Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ

Χάρων ἢ Ἐπισκοποῦντες (6-8)


ΧΑΡΩΝ
[6] Ὁρῶ γῆν πολλὴν καὶ λίμνην τινὰ μεγάλην περιρρέουσαν καὶ ὄρη καὶ ποταμοὺς τοῦ Κωκυτοῦ καὶ Πυριφλεγέθοντος μείζονας καὶ ἀνθρώπους πάνυ σμικροὺς καί τινας φωλεοὺς αὐτῶν.
ΕΡΜΗΣ
Πόλεις ἐκεῖναί εἰσιν οὓς φωλεοὺς εἶναι νομίζεις.
ΧΑΡΩΝ
Οἶσθα οὖν, ὦ Ἑρμῆ, ὡς οὐδὲν ἡμῖν πέπρακται, ἀλλὰ μάτην τὸν Παρνασσὸν αὐτῇ Κασταλίᾳ καὶ τὴν Οἴτην καὶ τὰ ἄλλα ὄρη μετεκινήσαμεν;
ΕΡΜΗΣ
Ὅτι τί;
ΧΑΡΩΝ
Οὐδὲν ἀκριβὲς ἐγὼ γοῦν ἀπὸ τοῦ ὑψηλοῦ ὁρῶ· ἐδεόμην δὲ οὐ πόλεις καὶ ὄρη αὐτὸ μόνον ὥσπερ ἐν γραφαῖς ὁρᾶν, ἀλλὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς καὶ ἃ πράττουσι καὶ οἷα λέγουσιν. ὥσπερ ὅτε με τὸ πρῶτον ἐντυχὼν εἶδες γελῶντα καὶ ἤρου γε ὅ τι γελῴην, ἀκούσας τινὸς ἥσθην εἰς ὑπερβολήν.
ΕΡΜΗΣ
Τί δὲ τοῦτο ἦν;
ΧΑΡΩΝ
Ἐπὶ δεῖπνον, οἶμαι, κληθείς τις ὑπό τινος τῶν φίλων ἐς τὴν ὑστεραίαν, "Μάλιστα ἥξω," ἔφη, καὶ μεταξὺ λέγοντος ἀπὸ τοῦ τέγους κεραμὶς ἐμπεσοῦσα οὐκ οἶδ᾽ ὅτου κινήσαντος ἀπέκτεινεν αὐτόν. ἐγέλασα οὖν οὐκ ἐπιτελέσαντος τὴν ὑπόσχεσιν. ἔοικα δὲ καὶ νῦν ὑποκαταβήσεσθαι, ὡς μᾶλλον βλέποιμι καὶ ἀκούοιμι.
ΕΡΜΗΣ
[7] Ἔχ᾽ ἀτρέμα· καὶ τοῦτο γὰρ ἐγὼ ἰάσομαί σοι καὶ ὀξυδερκέστατον ἐν βραχεῖ σε ἀποφανῶ παρ᾽ Ὁμήρου τινὰ καὶ πρὸς τοῦτο ἐπῳδὴν λαβών, κἀπειδὰν εἴπω τὰ ἔπη, μέμνησο μηκέτι ἀμβλυώττειν, ἀλλὰ σαφῶς πάντα ὁρᾶν.
ΧΑΡΩΝ
Λέγε μόνον.
ΕΡΜΗΣ
Ἀχλὺν δ᾽ αὖ τοι ἀπ᾽ ὀφθαλμῶν ἕλον, ἣ πρὶν ἐπῆεν,
ὄφρ᾽ εὖ γινώσκοις ἠμὲν θεὸν ἠδὲ καὶ ἄνδρα.
τί ἐστιν; ἤδη ὁρᾷς;
ΧΑΡΩΝ
Ὑπερφυῶς γε· τυφλὸς ὁ Λυγκεὺς ἐκεῖνος ὡς πρὸς ἐμέ· ὥστε σὺ τὸ ἐπὶ τούτῳ προσδίδασκέ με καὶ ἀποκρίνου ἐρωτῶντι. ἀλλὰ βούλει κατὰ τὸν Ὅμηρον κἀγὼ ἔρωμαί σε, ὡς μάθῃς οὐδ᾽ αὐτὸν ἀμελέτητον ὄντα με τῶν Ὁμήρου;
ΕΡΜΗΣ
Καὶ πόθεν σὺ ἔχεις τι τῶν ἐκείνου εἰδέναι, ναύτης ἀεὶ καὶ πρόσκωπος ὤν;
ΧΑΡΩΝ
Ὁρᾷς, ὀνειδιστικὸν τοῦτο εἰς τὴν τέχνην. ἐγὼ δὲ ὁπότε διεπόρθμευον αὐτὸν ἀποθανόντα, πολλὰ ῥαψῳδοῦντος ἀκούσας ἐνίων ἔτι μέμνημαι· καίτοι χειμὼν ἡμᾶς οὐ μικρὸς τότε κατελάμβανεν. ἐπεὶ γὰρ ἤρξατο ᾄδειν οὐ πάνυ αἴσιόν τινα ᾠδὴν τοῖς πλέουσιν, ὡς ὁ Ποσειδῶν συνήγαγε τὰς νεφέλας καὶ ἐτάραξε τὸν πόντον ὥσπερ τορύνην τινὰ ἐμβαλὼν τὴν τρίαιναν καὶ πάσας τὰς θυέλλας ὠρόθυνε καὶ ἄλλα πολλά, κυκῶν τὴν θάλατταν ὑπὸ τῶν ἐπῶν, χειμὼν ἄφνω καὶ γνόφος ἐμπεσὼν ὀλίγου δεῖν περιέτρεψεν ἡμῖν τὴν ναῦν· ὅτε περ καὶ ναυτιάσας ἐκεῖνος ἀπήμεσε τῶν ῥαψῳδιῶν τὰς πολλὰς αὐτῇ Σκύλλῃ καὶ Χαρύβδει καὶ Κύκλωπι. οὐ χαλεπὸν οὖν ἦν ἐκ τοσούτου ἐμέτου ὀλίγα γοῦν διαφυλάττειν. [8] εἰπὲ γάρ μοι·
τίς τ᾽ ἄρ᾽ ὅδ᾽ ἐστὶ πάχιστος ἀνὴρ ἠΰς τε μέγας τε,
ἔξοχος ἀνθρώπων κεφαλὴν καὶ εὐρέας ὤμους;
ΕΡΜΗΣ
Μίλων οὗτος ὁ ἐκ Κρότωνος ἀθλητής. ἐπικροτοῦσι δ᾽ αὐτῷ οἱ Ἕλληνες, ὅτι τὸν ταῦρον ἀράμενος φέρει διὰ τοῦ σταδίου μέσου.
ΧΑΡΩΝ
Καὶ πόσῳ δικαιότερον ἂν ἐμέ, ὦ Ἑρμῆ, ἐπαινοῖεν, ὃς αὐτόν σοι τὸν Μίλωνα μετ᾽ ὀλίγοι συλλαβὼν ἐνθήσομαι ἐς τὸ σκαφίδιον, ὁπόται ἥκῃ πρὸς ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ ἀμαχωτάτου τῶν ἀνταγωνιστῶν καταπαλαισθεὶς τοῦ Θανάτου, μηδὲ συνεὶς ὅπως αὐτὸν ὑποσκελίζει; κᾆτα οἰμώξεται ἡμῖν δηλαδὴ μεμνημένος τῶν στεφάνων τούτων καὶ τοῦ κρότου· νῦν δὲ μέγα φρονεῖ θαυμαζόμενος ἐπὶ τῇ τοῦ ταύρου φορᾷ. τί δ᾽ οὖν; οἰηθῶμεν ἄρα ἐλπίζειν αὐτὸν καὶ τεθνήξεσθαί ποτε;
ΕΡΜΗΣ
Πόθεν ἐκεῖνος θανάτου νῦν μνημονεύσειεν ἂν ἐν ἀκμῇ τοσαύτῃ;


ΧΑΡΟΝΤΑΣ
[6] Βλέπω ξηρά πολλή και μια μεγάλη λίμνη, η οποία την περιβάλλει, και βουνά και ποτάμια μεγαλύτερα από τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα, και ανθρώπους πάρα πολύ μικρούς, και κάποιες φωλιές τους.
ΕΡΜΗΣ
Πόλεις είναι εκείνες που νόμισες ότι είναι φωλιές.
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Ξέρεις όμως, Ερμή, πως δεν καταφέραμε τίποτε, και άδικα μετακινήσαμε τον Παρνασσό, μαζί και με την Κασταλία, και την Οίτη και τα άλλα βουνά;
ΕΡΜΗΣ
Για ποιό λόγο;
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Τίποτε ξεκάθαρο δεν βλέπω εγώ τουλάχιστον από τόσο ψηλά. Και θα ήθελα να δω όχι μόνο αυτό, δηλαδή πόλεις και βουνά, όπως στις ζωγραφιές, αλλά τους ίδιους τους ανθρώπους και τί κάνουν και τί λογής πράγματα λένε. Όπως ακριβώς τη στιγμή που με συνάντησες, που με είδες να γελάω και με ρώτησες για ποιό λόγο γελώ. Είχα ακούσει κάτι και το καταευχαριστήθηκα.
ΕΡΜΗΣ
Και τί ήταν αυτό;
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Κάποιος προσκλήθηκε σε δείπνο, υποθέτω, από κάποιον φίλο του για την επόμενη μέρα και είπε «Θα έρθω οπωσδήποτε». Κι ενώ το έλεγε αυτό έπεσε επάνω του ένα κεραμίδι από τη στέγη —δεν ξέρω ποιός το μετακίνησε— και τον σκότωσε. Γέλασα λοιπόν, επειδή δεν μπόρεσε να εκτελέσει την υπόσχεσή του. Μου φαίνεται λοιπόν ότι και τώρα θα κατεβώ κάτω, για να βλέπω και να ακούω καλύτερα.
ΕΡΜΗΣ
[7] Μείνε εκεί που είσαι. Εγώ κι αυτό θα στο γιατρέψω, και θα σε κάνω ταχύτατα να έχεις τέλεια όραση, παίρνοντας και γι᾽ αυτό ένα ξόρκι από τον Όμηρο. Και μόλις πω τους στίχους, να θυμάσαι ότι δεν έχεις άλλο πια προβλήματα όρασης, αλλά βλέπεις ξεκάθαρα τα πάντα.
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Πες τους μόνο.
ΕΡΜΗΣ
Την καταχνιά απ᾽ τα μάτια σου, που είχες πρώτα, πήρα,
να αναγνωρίζεις σίγουρα θεούς, μαζί κι ανθρώπους.
Τί συμβαίνει; Βλέπεις κιόλας;
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Και μάλιστα εξαιρετικά. Είναι τυφλός μπροστά μου ακόμη κι ο περίφημος Λυγκέας. Έπειτα λοιπόν απ᾽ αυτό εσύ άρχισε να με διδάσκεις και να μου απαντάς σε ό,τι σε ρωτάω. Θέλεις όμως κι εγώ να σου διατυπώσω τις ερωτήσεις μου σύμφωνα με τον Όμηρο, για να καταλάβεις ότι κι εγώ δεν είμαι αδιάβαστος στον Όμηρο;
ΕΡΜΗΣ
Κι από πού κι ως πού μπορείς εσύ να ξέρεις κάτι από κείνον, ενώ είσαι πάντοτε ναυτικός και κωπηλάτης;
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Βλέπεις; Μ᾽ αυτό που λες κακολογείς την τέχνη μου. Εγώ όμως, όταν είχε πεθάνει και τον περνούσα απέναντι, τον άκουσα να απαγγέλλει πολλές ραψωδίες, και μερικά τα θυμάμαι ακόμη. Και τότε μας έπιασε μια όχι μικρή κακοκαιρία. Καθώς δηλαδή άρχισε να τραγουδάει ένα τραγούδι όχι ιδιαίτερα ευνοϊκό για όσους πλέουν, ότι ο Ποσειδώνας συγκέντρωσε τα σύννεφα και τάραξε τη θάλασσα χτυπώντας την με την τρίαινα, σαν να ᾽βαζε καμιά ξυλοκουτάλα, και ξεσήκωσε όλες τις θύελλες και άλλα πολλά, ανακατεύοντας τη θάλασσα με τους στίχους του, ξαφνικά έπεσε πάνω μας μια κακοκαιρία και μια αντάρα, που παραλίγο να μας αναποδογυρίσει το καράβι. Τότε ήταν που εκείνον τον έπιασε ναυτία και έκανε εμετό τις περισσότερες ραψωδίες του, μαζί με τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη και τον Κύκλωπα. Δεν ήταν λοιπόν δύσκολο από έναν τόσο μεγάλο εμετό να συγκρατήσω τουλάχιστον λίγα. [8]. Πες μου όμως·
Ποιός είν᾽ αυτός ο παχουλός, ψηλός, γενναίος άνδρας,
ξεχωριστός στην κεφαλή και στους πλατιούς του ώμους;
ΕΡΜΗΣ
Ο Μίλωνας είναι, ο αθλητής από τον Κρότωνα. Οι Έλληνες τον χειροκροτούν, επειδή φορτώθηκε τον ταύρο και διασχίζει το στάδιο κουβαλώντας τον.
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Και πόσο δικαιότερα θα επευφημούσαν εμένα, Ερμή, που σε λίγο θα πιάσω τον ίδιο τον Μίλωνα και θα τον βάλω μέσα στο καραβάκι μου, όταν θα έρθει κάτω σ᾽ εμάς, νικημένος στην πάλη από τον πιο ακαταμάχητο αντίπαλο, τον Θάνατο, που ούτε καν θα καταλάβει πώς τον έριξε κάτω με τρικλοποδιά; Κι έπειτα θα θρηνεί κάτω σ᾽ εμάς, καθώς φυσικά θα θυμάται αυτά τα στεφάνια και τα χειροκροτήματα. Τώρα όμως έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, επειδή τον θαυμάζουν για το κουβάλημα του ταύρου. Τί λοιπόν; Να υποθέσουμε ότι τάχα σκέφτεται πως κάποτε θα πεθάνει;
ΕΡΜΗΣ
Από πού κι ως πού να θυμηθεί τον θάνατο μέσα σε τόσο μεγάλο αποκορύφωμα δόξας;