Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ

Χάρων ἢ Ἐπισκοποῦντες (13-14)


ΕΡΜΗΣ
[13] Οὐ φέρει ὁ Λυδός, ὦ Χάρων, τὴν παρρησίαν καὶ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων, ἀλλὰ ξένον αὐτῷ δοκεῖ τὸ πρᾶγμα, πένης ἄνθρωπος οὐχ ὑποπτήσσων, τὸ δὲ παριστάμενον ἐλευθέρως λέγων. μεμνήσεται δ᾽ οὖν μικρὸν ὕστερον τοῦ Σόλωνος, ὅταν αὐτὸν δέῃ ἁλόντα ἐπὶ τὴν πυρὰν ὑπὸ τοῦ Κύρου ἀναχθῆναι· ἤκουσα γὰρ τῆς Κλωθοῦς πρῴην ἀναγινωσκούσης τὰ ἑκάστῳ ἐπικεκλωσμένα, ἐν οἷς καὶ ταῦτα ἐγέγραπτο, Κροῖσον μὲν ἁλῶναι ὑπὸ Κύρου, Κῦρον δὲ αὐτὸν ὑπ᾽ ἐκεινησὶ τῆς Μασσαγέτιδος ἀποθανεῖν. ὁρᾷς τὴν Σκυθίδα, τὴν ἐπὶ τοῦ ἵππου τούτου τοῦ λευκοῦ ἐξελαύνουσαν;
ΧΑΡΩΝ
Νὴ Δία.
ΕΡΜΗΣ
Τόμυρις ἐκείνη ἐστί, καὶ τὴν κεφαλήν γε ἀποτεμοῦσα τοῦ Κύρου αὕτη ἐς ἀσκὸν ἐμβαλεῖ πλήρη αἵματος. ὁρᾷς δὲ καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν νεανίσκον; Καμβύσης ἐκεῖνός ἐστιν· οὗτος βασιλεύσει μετὰ τὸν πατέρα καὶ μυρία σφαλεὶς ἔν τε Λιβύῃ καὶ Αἰθιοπίᾳ τὸ τελευταῖον μανεὶς ἀποθανεῖται ἀποκτείνας τὸν Ἆπιν.
ΧΑΡΩΝ
Ὢ πολλοῦ γέλωτος. ἀλλὰ νῦν τίς ἂν αὐτοὺς προσβλέψειεν οὕτως ὑπερφρονοῦντας τῶν ἄλλων; ἢ τίς ἂν πιστεύσειεν ὡς μετ᾽ ὀλίγον οὗτος μὲν αἰχμάλωτος ἔσται, οὗτος δὲ τὴν κεφαλὴν ἕξει ἐν ἀσκῷ αἵματος; [14] ἐκεῖνος δὲ τίς ἐστιν, ὦ Ἑρμῆ, ὁ τὴν πορφυρᾶν ἐφεστρίδα ἐμπεπορπημένος, ὁ τὸ διάδημα, ᾧ τὸν δακτύλιον ὁ μάγειρος ἀναδίδωσι τὸν ἰχθὺν ἀνατεμών,
νήσῳ ἐν ἀμφιρύτῃ; βασιλεὺς δέ τις εὔχεται εἶναι.
ΕΡΜΗΣ
Εὖ γε παρῳδεῖς, ὦ Χάρων. ἀλλὰ Πολυκράτην ὁρᾷς τὸν Σαμίων τύραννον πανευδαίμονα ἡγούμενον εἶναι· ἀτὰρ καὶ οὗτος αὐτὸς ὑπὸ τοῦ παρεστῶτος οἰκέτου Μαιανδρίου προδοθεὶς Ὀροίτῃ τῷ σατράπῃ ἀνασκολοπισθήσεται ἅθλιος ἐκπεσὼν τῆς εὐδαιμονίας ἐν ἀκαρεῖ τοῦ χρόνου· καὶ ταῦτα γὰρ τῆς Κλωθοῦς ἐπήκουσα.
ΧΑΡΩΝ
Ἄγαμαι Κλωθοῦς γεννικῆς· καῖε αὐτούς, ὦ βελτίστη, καὶ τὰς κεφαλὰς ἀπότεμνε καὶ ἀνασκολόπιζε, ὡς εἰδῶσιν ἄνθρωποι ὄντες· ἐν τοσούτῳ δὲ ἐπαιρέσθων ὡς ἂν ἀφ᾽ ὑψηλοτέρου ἀλγεινότερον καταπεσούμενοι. ἐγὼ δὲ γελάσομαι τότε γνωρίσας αὐτῶν ἕκαστον γυμνὸν ἐν τῷ σκαφιδίῳ μήτε τὴν πορφυρίδα μήτε τιάραν ἢ κλίνην χρυσῆν κομίζοντας.


ΕΡΜΗΣ
[13] Δεν ανέχεται ο Λυδός, Χάροντα, την ευθύτητα και την αλήθεια των λόγων, αλλά του φαίνεται παράξενο το γεγονός, ένας φτωχός άνθρωπος να μη συστέλλεται, αλλά να λέει ελεύθερα αυτό που σκέφτεται. Ωστόσο θα θυμηθεί λίγο αργότερα τον Σόλωνα, όταν θα πρέπει να συλληφθεί και να τοποθετηθεί από τον Κύρο πάνω στην πυρά. Άκουσα, ξέρεις, την Κλωθώ να διαβάζει προηγουμένως όσα είναι κλωσμένα με το νήμα του καθενός, μεταξύ των οποίων ήταν γραμμένα και αυτά, ότι ο Κροίσος θα συλληφθεί από τον Κύρο, ενώ ο ίδιος ο Κύρος θα σκοτωθεί από εκείνην εκεί τη Μασσαγέτιδα. Βλέπεις τη Σκύθισσα, που ιππεύει πάνω σ᾽ εκείνο το άσπρο άλογο;
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Ναι, μά τον Δία.
ΕΡΜΗΣ
Η Τόμυρη είναι εκείνη· και θα κόψει αυτή το κεφάλι του Κύρου και θα το βάλει σε ασκί γεμάτο με αίμα. Βλέπεις και τον γιο του, τον νεαρό; Είναι ο Καμβύσης εκείνος. Αυτός θα βασιλέψει μετά τον πατέρα του και, αφού θα κάνει άπειρα σφάλματα και στη Λιβύη και στην Αιθιοπία, στο τέλος θα τρελαθεί και θα θανατωθεί, επειδή θα σκοτώσει τον Άπη.
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Τί πολύ γέλιο! Αλλά τώρα ποιός τολμά να στρέψει το βλέμμα επάνω τους, έτσι που περιφρονούν τους άλλους; Και ποιός θα μπορούσε να πιστέψει ότι έπειτα από λίγο ο ένας θα πιαστεί αιχμάλωτος και ο άλλος θα έχει το κεφάλι του ριγμένο μέσα σε ασκί με αίμα; [14] Κι εκείνος ποιός είναι, Ερμή, που έχει πιασμένη πάνω του με πόρπη την πορφυρή χλαμύδα, αυτός με το διάδημα, στον οποίο ο μάγειρας δίνει ένα δαχτυλίδι, αφού άνοιξε την κοιλιά του ψαριού, σε
ζωσμένο από νερό νησί; Για βασιλιάς περνιέται.
ΕΡΜΗΣ
Ωραία τα παρωδείς, Χάροντα. Αυτός που βλέπεις είναι ο Πολυκράτης, ο τύραννος της Σάμου, που θεωρεί τον εαυτό του τρισευτυχισμένο. Ωστόσο και αυτός θα προδοθεί από τον υπηρέτη του τον Μαιάνδριο, που στέκεται τώρα δίπλα του, στον Οροίτη τον σατράπη, και θα διαπεραστεί με αιχμηρό πάσσαλο ο δύστυχος, ξεπέφτοντας από την ευτυχία του μέσα σε μια στιγμή. Κι αυτά τα άκουσα να τα διαβάζει η Κλωθώ.
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Τη χαίρομαι τη λεβέντισσα την Κλωθώ. Καίγε τους, υπέροχη, και κόβε τους τα κεφάλια και κάρφωνέ τους σε πασσάλους, για να καταλάβουν ότι είναι άνθρωποι. Και ας υψώνονται τόσο πολύ, όσο χρειάζεται για να γκρεμοτσακιστούν ακόμη πιο οδυνηρά, πέφτοντας από ψηλότερα. Κι εγώ θα γελάω τότε, αναγνωρίζοντας τον καθένα απ᾽ αυτούς γυμνό μέσα στο καραβάκι μου, χωρίς να κουβαλάνε ούτε το πορφυρό ένδυμα ούτε τιάρα ή χρυσό κρεβάτι.