Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ

Εἰδύλλια (11.54-11.81)


ὤμοι, ὅτ᾽ οὐκ ἔτεκέν μ᾽ ἁ μάτηρ βράγχι᾽ ἔχοντα,
55 ὡς κατέδυν ποτὶ τὶν καὶ τὰν χέρα τεῦς ἐφίλησα,
αἰ μὴ τὸ στόμα λῇς, ἔφερον δέ τοι ἢ κρίνα λευκά
ἢ μάκων᾽ ἁπαλὰν ἐρυθρὰ πλαταγώνι᾽ ἔχοισαν·
ἀλλὰ τὰ μὲν θέρεος, τὰ δὲ γίνεται ἐν χειμῶνι,
ὥστ᾽ οὔ κά τοι ταῦτα φέρειν ἅμα πάντ᾽ ἐδυνάθην.
60 νῦν μάν, ὦ κόριον, νῦν αὐτίκα νεῖν γε μαθεῦμαι,
αἴ κά τις σὺν ναῒ πλέων ξένος ὧδ᾽ ἀφίκηται,
ὡς εἰδῶ τί ποχ᾽ ἁδὺ κατοικεῖν τὸν βυθὸν ὔμμιν.
ἐξένθοις, Γαλάτεια, καὶ ἐξενθοῖσα λάθοιο,
ὥσπερ ἐγὼ νῦν ὧδε καθήμενος, οἴκαδ᾽ ἀπενθεῖν·
65 ποιμαίνειν δ᾽ ἐθέλοις σὺν ἐμὶν ἅμα καὶ γάλ᾽ ἀμέλγειν
καὶ τυρὸν πᾶξαι τάμισον δριμεῖαν ἐνεῖσα.
ἁ μάτηρ ἀδικεῖ με μόνα, καὶ μέμφομαι αὐτᾷ·
οὐδὲν πήποχ᾽ ὅλως ποτὶ τὶν φίλον εἶπεν ὑπέρ μευ,
καὶ ταῦτ᾽ ἆμαρ ἐπ᾽ ἆμαρ ὁρεῦσά με λεπτύνοντα.
70 φασῶ τὰν κεφαλὰν καὶ τὼς πόδας ἀμφοτέρως μευ
σφύσδειν, ὡς ἀνιαθῇ, ἐπεὶ κἠγὼν ἀνιῶμαι.
ὦ Κύκλωψ Κύκλωψ, πᾷ τὰς φρένας ἐκπεπότασαι;
αἴ κ᾽ ἐνθὼν ταλάρως τε πλέκοις καὶ θαλλὸν ἀμάσας
ταῖς ἄρνεσσι φέροις, τάχα κα πολὺ μᾶλλον ἔχοις νῶν.
75 τὰν παρεοῖσαν ἄμελγε· τί τὸν φεύγοντα διώκεις;
εὑρησεῖς Γαλάτειαν ἴσως καὶ καλλίον᾽ ἄλλαν.
πολλαὶ συμπαίσδεν με κόραι τὰν νύκτα κέλονται,
κιχλίζοντι δὲ πᾶσαι, ἐπεί κ᾽ αὐταῖς ὑπακούσω.
δῆλον ὅτ᾽ ἐν τᾷ γᾷ κἠγών τις φαίνομαι ἦμεν.

80 Οὕτω τοι Πολύφαμος ἐποίμαινεν τὸν ἔρωτα
μουσίσδων, ῥᾷον δὲ διᾶγ᾽ ἢ εἰ χρυσὸν ἔδωκεν.


Οϊμέ! που δε μ᾽ εγέννησε με σπάραχνα η μητέρα,
55να ᾽πεφτα μες στη θάλασσα να σου φιλώ το χέρι
αν δε σ᾽ αρέσει να φιλώ το γλυκερό σου στόμα·
κι είτε με κρίνα κάτασπρα να σε φιλοδωρούσα
είτε με κοκκινόφυλλες κι όμορφες παπαρούνες.

Εκείνα καλοκαίρι ανθούν και τούτες το χειμώνα.
Όμως αν έρθει, κόρη μου, κάποιος καραβοκύρης
60μαζί με το καράβι του, κολύμπι θενα μάθω
να κολυμπήσω και να ᾽ρθώ στης θάλασσας τα βύθη
να δω τί βρίσκεις μέσα εκεί και τί είναι που σ᾽ ευφραίνει.

Έβγα, Γαλάτεια, στη στεριά και μείνε και ξεχάσου
όπως εδώ ξεχνάω κι εγώ στο σπίτι να γυρίσω.
65Έβγα να βόσκεις πρόβατα μαζί μου στο λιβάδι,
ν᾽ αρμέγεις γάλα και μ᾽ αυτό χλωρό τυρί να πήζεις
μ᾽ εκείνη την τραχιά πυτιά που θενα ρίχνεις μέσα.

Μένα μου φταίγ᾽ η μάνα μου κι εγώ μαζί της τα ᾽χω,
που ενώ με βλέπει πιο αχαμνό μέρα με την ημέρα,
ποτέ δε σου ξεστόμισε λόγο καλό για μένα.
70Όμως κι εγώ θενα της πω τάχα πως μ᾽ έχουν πιάσει
σπασμοί στα δυο ποδάρια μου και πόνοι στο κεφάλι,
για να την δω να θλίβεται όπως θλιμμένος είμαι.

Αι! Κυκλομάτη, πού πετούν, πού πάν᾽ τα λογικά σου;
Αν έπλεκες καλάθια εδώ κι αν μάζευες χορτάρι
και το ᾽φερνες στα πρόβατα, πιο γνωστικός θενά ᾽σουν.
75Εκεί πού φθάνεις άπλωνε· τί κυνηγάς του κάκου
αυτά που φεύγουν άπιαστα και χάνοντ᾽ απ᾽ ομπρός σου;
Θα βρεις άλλη Γαλάτεια και πιο όμορφη από κείνη.

Πολλές κοπέλες με καλούν να παίζομε τη νύκτα
κι όλες αυτές γλυκογελούν αν τις καλοκοιτάξω.
Αυτό μου δείχνει πώς κι εγώ κάτι στον κόσμο αξίζω.

80Έτσι ο Πολύφημος αυτός τον έρωτα περνούσε
με τα γλυκά τραγούδια του· κι ήταν πιο κερδισμένος
παρά αν ζητούσε γιατρειά ξοδεύοντας χρυσάφι.