Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΟΜΗΡΟΣ

Ὀδύσσεια (19.476-19.553)


Ἦ καὶ Πηνελόπειαν ἐσέδρακεν ὀφθαλμοῖσι,
πεφραδέειν ἐθέλουσα φίλον πόσιν ἔνδον ἐόντα.
ἡ δ᾽ οὔτ᾽ ἀθρῆσαι δύνατ᾽ ἀντίη οὔτε νοῆσαι·
τῇ γὰρ Ἀθηναίη νόον ἔτραπεν· αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
480 χείρ᾽ ἐπιμασσάμενος φάρυγος λάβε δεξιτερῆφι,
τῇ δ᾽ ἑτέρῃ ἕθεν ἆσσον ἐρύσσατο φώνησέν τε·
«μαῖα, τίη μ᾽ ἐθέλεις ὀλέσαι; σὺ δέ μ᾽ ἔτρεφες αὐτὴ
τῷ σῷ ἐπὶ μαζῷ· νῦν δ᾽ ἄλγεα πολλὰ μογήσας
ἤλυθον εἰκοστῷ ἔτεϊ ἐς πατρίδα γαῖαν.
485 ἀλλ᾽ ἐπεὶ ἐφράσθης καί τοι θεὸς ἔμβαλε θυμῷ,
σίγα, μή τίς τ᾽ ἄλλος ἐνὶ μεγάροισι πύθηται.
ὧδε γὰρ ἐξερέω, καὶ μὴν τετελεσμένον ἔσται·
εἴ χ᾽ ὑπ᾽ ἐμοί γε θεὸς δαμάσῃ μνηστῆρας ἀγαυούς,
οὐδὲ τροφοῦ οὔσης σεῦ ἀφέξομαι, ὁππότ᾽ ἂν ἄλλας
490 δμῳὰς ἐν μεγάροισιν ἐμοῖς κτείνωμι γυναῖκας.»
Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε περίφρων Εὐρύκλεια·
«τέκνον ἐμόν, ποῖόν σε ἔπος φύγεν ἕρκος ὀδόντων.
οἶσθα μὲν οἷον ἐμὸν μένος ἔμπεδον οὐδ᾽ ἐπιεικτόν,
ἕξω δ᾽ ὡς ὅτε τις στερεὴ λίθος ἠὲ σίδηρος.
495 ἄλλο δέ τοι ἐρέω, σὺ δ᾽ ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσιν·
εἴ χ᾽ ὑπὸ σοί γε θεὸς δαμάσῃ μνηστῆρας ἀγαυούς,
δὴ τότε τοι καταλέξω ἐνὶ μεγάροισι γυναῖκας,
αἵ τέ σ᾽ ἀτιμάζουσι καὶ αἳ νηλίτιδές εἰσι.»
Τὴν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
500 «μαῖα, τίη δὲ σὺ τὰς μυθήσεαι; οὐδέ τί σε χρή.
εὖ νυ καὶ αὐτὸς ἐγὼ φράσομαι καὶ εἴσομ᾽ ἑκάστην·
ἀλλ᾽ ἔχε σιγῇ μῦθον, ἐπίτρεψον δὲ θεοῖσιν.»
Ὣς ἄρ᾽ ἔφη, γρηῢς δὲ διὲκ μεγάροιο βεβήκει
οἰσομένη ποδάνιπτρα· τὰ γὰρ πρότερ᾽ ἔκχυτο πάντα.
505 αὐτὰρ ἐπεὶ νίψεν τε καὶ ἤλειψεν λίπ᾽ ἐλαίῳ,
αὖτις ἄρ᾽ ἀσσοτέρω πυρὸς ἕλκετο δίφρον Ὀδυσσεὺς
θερσόμενος, οὐλὴν δὲ κατὰ ῥακέεσσι κάλυψε.
τοῖσι δὲ μύθων ἄρχε περίφρων Πηνελόπεια·
«ξεῖνε, τὸ μέν σ᾽ ἔτι τυτθὸν ἐγὼν εἰρήσομαι αὐτή·
510 καὶ γὰρ δὴ κοίτοιο τάχ᾽ ἔσσεται ἡδέος ὥρη,
ὅν τινά γ᾽ ὕπνος ἕλοι γλυκερός, καὶ κηδόμενόν περ.
αὐτὰρ ἐμοὶ καὶ πένθος ἀμέτρητον πόρε δαίμων·
ἤματα μὲν γὰρ τέρπομ᾽ ὀδυρομένη γοόωσα,
ἔς τ᾽ ἐμὰ ἔργ᾽ ὁρόωσα καὶ ἀμφιπόλων ἐνὶ οἴκῳ·
515 αὐτὰρ ἐπὴν νὺξ ἔλθῃ, ἕλῃσί τε κοῖτος ἅπαντας,
κεῖμαι ἐνὶ λέκτρῳ, πυκιναὶ δέ μοι ἀμφ᾽ ἁδινὸν κῆρ
ὀξεῖαι μελεδῶναι ὀδυρομένην ἐρέθουσιν.
ὡς δ᾽ ὅτε Πανδαρέου κούρη, χλωρηῒς ἀηδών,
καλὸν ἀείδῃσιν ἔαρος νέον ἱσταμένοιο,
520 δενδρέων ἐν πετάλοισι καθεζομένη πυκινοῖσιν,
ἥ τε θαμὰ τρωπῶσα χέει πολυδευκέα φωνήν,
παῖδ᾽ ὀλοφυρομένη Ἴτυλον φίλον, ὅν ποτε χαλκῷ
κτεῖνε δι᾽ ἀφραδίας, κοῦρον Ζήθοιο ἄνακτος,
ὣς καὶ ἐμοὶ δίχα θυμὸς ὀρώρεται ἔνθα καὶ ἔνθα,
525 ἠὲ μένω παρὰ παιδὶ καὶ ἔμπεδα πάντα φυλάσσω,
κτῆσιν ἐμήν, δμῳάς τε καὶ ὑψερεφὲς μέγα δῶμα,
εὐνήν τ᾽ αἰδομένη πόσιος δήμοιό τε φῆμιν,
ἦ ἤδη ἅμ᾽ ἕπωμαι Ἀχαιῶν ὅς τις ἄριστος
μνᾶται ἐνὶ μεγάροισι, πορὼν ἀπερείσια ἕδνα,
530 παῖς δ᾽ ἐμὸς ἧος ἔην ἔτι νήπιος ἠδὲ χαλίφρων,
γήμασθ᾽ οὔ μ᾽ εἴα πόσιος κατὰ δῶμα λιποῦσαν·
νῦν δ᾽ ὅτε δὴ μέγας ἐστὶ καὶ ἥβης μέτρον ἱκάνει,
καὶ δή μ᾽ ἀρᾶται πάλιν ἐλθέμεν ἐκ μεγάροιο,
κτήσιος ἀσχαλόων, τήν οἱ κατέδουσιν Ἀχαιοί.
535 ἀλλ᾽ ἄγε μοι τὸν ὄνειρον ὑπόκριναι καὶ ἄκουσον.
χῆνές μοι κατὰ οἶκον ἐείκοσι πυρὸν ἔδουσιν
ἐξ ὕδατος, καί τέ σφιν ἰαίνομαι εἰσορόωσα·
ἐλθὼν δ᾽ ἐξ ὄρεος μέγας αἰετὸς ἀγκυλοχείλης
πᾶσι κατ᾽ αὐχέν᾽ ἔαξε καὶ ἔκτανεν· οἱ δ᾽ ἐκέχυντο
540 ἀθρόοι ἐν μεγάροις, ὁ δ᾽ ἐς αἰθέρα δῖαν ἀέρθη.
αὐτὰρ ἐγὼ κλαῖον καὶ ἐκώκυον ἔν περ ὀνείρῳ,
ἀμφὶ δ᾽ ἔμ᾽ ἠγερέθοντο ἐϋπλοκαμῖδες Ἀχαιαί,
οἴκτρ᾽ ὀλοφυρομένην ὅ μοι αἰετὸς ἔκτανε χῆνας.
ἂψ δ᾽ ἐλθὼν κατ᾽ ἄρ᾽ ἕζετ᾽ ἐπὶ προὔχοντι μελάθρῳ,
545 φωνῇ δὲ βροτέῃ κατερήτυε φώνησέν τε·
“θάρσει, Ἰκαρίου κούρη τηλεκλειτοῖο·
οὐκ ὄναρ, ἀλλ᾽ ὕπαρ ἐσθλόν, ὅ τοι τετελεσμένον ἔσται.
χῆνες μὲν μνηστῆρες, ἐγὼ δέ τοι αἰετὸς ὄρνις
ἦα πάρος, νῦν αὖτε τεὸς πόσις εἰλήλουθα,
550 ὃς πᾶσι μνηστῆρσιν ἀεικέα πότμον ἐφήσω.”
ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐμὲ μελιηδὴς ὕπνος ἀνῆκε·
παπτήνασα δὲ χῆνας ἐνὶ μεγάροισι νόησα
πυρὸν ἐρεπτομένους παρὰ πύελον, ἧχι πάρος περ.»


Μιλώντας, έριξε το μάτι της στην Πηνελόπη, θέλοντας να της κάνει
νόημα πως είναι εδώ ο αγαπημένος της, μέσα στο σπίτι.
Εκείνη όμως δεν μπορούσε να δει μπροστά της, καν να σκεφτεί,
γιατί ξεστράτισε η Αθηνά τον νου της.
480Στο μεταξύ με το δεξί του χέρι ο Οδυσσέας έπιασε τη γριά απ᾽ τον λαιμό,
ενώ με το άλλο του την τράβηξε κοντά του και μυστικά της είπε:
«Μανούλα, θες αλήθεια να με καταστρέψεις; Εσύ μ᾽ ανάθρεψες
με γάλα πάνω στο βυζί σου. Και να που τώρα, μετά τα τόσα
βάσανα και πάθη, γύρισα επιτέλους στην πατρίδα — κοντεύουν πια
να κλείσουν είκοσι χρόνια ολόκληρα.
Αφού όμως με γνώρισες, μ᾽ ενός θεού τη φώτιση,
τώρα μιλιά, ψυχή να μην το μάθει μέσα στο παλάτι.
Κάτι θα πω, και πες το σίγουρα πως έγινε:
αν με το χέρι μου κάποιος θεός δαμάσει τους περήφανους μνηστήρες,
κι ας ήσουν παραμάνα μου, δεν πρόκειται να μου ξεφύγεις,
όταν τις άλλες δούλες, σε τούτο, το δικό μου το παλάτι,
490όλες θα σφάξω με το χέρι μου.»
Ανταποκρίθηκε στα λόγια του η γνωστική Ευρύκλεια:
«Παιδί μου, τι λόγος πάλι αυτός που βγήκε από το στόμα σου!
Ξέρεις πως έχω μέσα μου μεγάλη δύναμη που δεν λυγίζει,
δεν υποχωρεί· θα κρατηθώ λοιπόν, σαν τη σκληρή την πέτρα,
σαν το σίδερο.
Και τώρα κάτι άλλο θα σου πω, κι εσύ βάλ᾽ το καλά στον νου σου:
αν με το χέρι σου κάποιος θεός δαμάσει τους περήφανους μνηστήρες,
εγώ θα σου τις φανερώσω μία προς μία τις γυναίκες,
ποιες σ᾽ ατιμάζουν στο παλάτι και ποιες αθώες έμειναν.»
Της αποκρίθηκε μιλώντας ο Οδυσσέας πολύγνωμος:
500«Γερόντισσα, δεν θα μου πεις εσύ το τι συμβαίνει, δεν είναι αυτή δουλειά δική σου·
μπορώ και μόνος μου να κρίνω, θα μάθω καθεμιάς τη στάση και το φρόνημα.
Εσύ κράτα το στόμα σου κλειστό, άφησε στους θεούς τα υπόλοιπα.»
Έτσι της μίλησε, κι αμέσως η γερόντισσα βγήκε απ᾽ την κάμαρη,
νερό να φέρει πάλι για τα πόδια του, αφού το πρώτο
είχε ολότελα χυθεί. Μετά του απόνιψε τα πόδια, με λάδι τ᾽ άλειψε,
και τότε εκείνος τράβηξε το σκαμνί κοντύτερα στο τζάκι,
να ζεσταθεί, σκεπάζοντας με τα δικά του ράκη την πληγή.
Και τότε, μεταξύ τους τον λόγο πήρε η Πηνελόπη, έξυπνο μυαλό:
«Ξένε, θέλω κι εγώ κάτι μικρό να σε ρωτήσω —
510σε λίγο φτάνει της γλυκιάς ανάπαψης η ώρα, όποιον τον πιάνει
η γλύκα του ύπνου, κοιμίζοντας και τις ακοίμητες φροντίδες του.
Εμένα μόνο ένας θεός μού φόρτωσε πένθος αμέτρητο·
οι μέρες μου περνούν με βογγητό και κλάμα, κι αυτό
μ᾽ ανακουφίζει, ενώ προσέχω τις δουλειές μου και τις δούλες,
πόσο φροντίζουνε το σπιτικό.
Τις νύχτες όμως, σαν πέσει το σκοτάδι, όταν οι άλλοι όλοι
πέφτουν να ξαποστάσουν, εγώ στο στρώμα μου αγρυπνώ και τη βαριά καρδιά μου
τη σφάζει ο πόνος της αβάσταχτης λαχτάρας μου.
Πώς του Πανδάρου η κόρη, η χλωροπράσινη Αηδόνα,
520σέρνει το ωραίο τραγούδι της στα δέντρα καθισμένη, κρυμμένη
στο πυκνό τους φύλλωμα, κι αλλάζει κάθε τόσο τη φωνή της
μ᾽ ανήκουστο κελαηδισμό, τον Ίτυλο θρηνώντας, το παιδί της,
του βασιλιά Ζήθου τον γιο, που κάποτε μέσα στην παραζάλη της
τον έσφαξε· έτσι κι εγώ, στα δυο μοιράζεται
η καρδιά μου κι αμφιβάλλω: να μείνω πλάι στον γιο μου, για να φυλάξω
όλα τα αγαθά μου, βιος, δούλες, το ψηλόροφο μεγάλο μας παλάτι,
να σεβαστώ του αντρός μου το κρεβάτι, τη φήμη μου στον κόσμο·
ή μήπως έφτασε ο καιρός κάποιο Αχαιό να ακολουθήσω,
τον καλύτερο, όποιον γυναίκα του γυρεύει να με πάρει, προσφέροντας
και πανωπροίκι ασυναγώνιστο.
530Γιατί κι ο γιος μου, πριν να πήξει το μυαλό του, παιδάκι ακόμα,
δεν μ᾽ άφηνε να ξαναπαντρευτώ, το σπίτι εγκαταλείποντας·
μα τώρα που μεγάλωσε κι έγινε πια παλληκαράκι, φωνάζει
κι εύχεται να φύγω από το σπίτι, έξαλλος που ρημάζουν
οι μνηστήρες τ᾽ αγαθά του.
Αλλά άκου, εξήγησε κι αυτό μου τ᾽ όνειρο:
Είκοσι χήνες στην αυλή μου τρώνε το μουλιασμένο στάρι,
κι εγώ τις βλέπω και τις χαίρομαι· μα ξαφνικά, από το βουνό χυμώντας,
πάνω τους πέφτει αετός αγκυλομύτης και τους τσακίζει
τον λαιμό· όλες νεκρές σωριάζονται επιτόπου, κι ο αετός
540υψώνεται στον θείο αιθέρα.
Εγώ, στο όνειρο μέσα, κλαίω και σφαδάζω, τριγύρω μου
μαζεύονται ντόπιες γυναίκες καλοπλέξουδες, συμπάσχοντας
για τον πικρό οδυρμό μου, που ένας αετός θανάτωσε τις χήνες μου.
Εκείνος όμως ξαναγύρισε, κάθησε τώρα στο ψηλότερο μπρέκι της στέγης,
ανθρώπινη πήρε μιλιά και με παρηγορούσε:
“Θάρρεψε, του κοσμοξακουσμένου Ικαρίου κόρη, όχι,
δεν ήταν όνειρο, ήταν αλήθεια καλοσήμαδη που γρήγορα θα γίνει πράξη·
οι χήνες οι μνηστήρες είναι, ο αετός εγώ,
πουλί πετούμενο, είμαι ο δικός σου· γύρισα πίσω τώρα
550θανατικό να φέρω σ᾽ όλους τους μνηστήρες.”
Έτσι μου μίλησε, κι εμένα λύθηκε ο γλυκός μου ύπνος,
τα μάτια ανοίγοντας κοίταξα γύρω μου και βλέπω στον αυλόγυρο
τις χήνες να τσιμπολογούν το στάρι πλάι στη σκάφη,
όπως και πριν.»