[4.5.22] Στο μεταξύ ο Χειρίσοφος στέλνει μερικούς στρατιώτες από κείνους που βρίσκονταν στο χωριό, για να δουν τί κάνουν αυτοί που ήταν στην οπισθοφυλακή. Τούτοι τους είδαν με χαρά και τους παράδωσαν τους άρρωστους για να τους πάνε στο στρατόπεδο, ενώ οι ίδιοι προχωρούσαν και, προτού περάσουν είκοσι στάδια, βρίσκονταν στο χωριό που είχε στρατοπεδέψει ο Χειρίσοφος. [4.5.23] Όταν πια μαζεύτηκαν όλοι, νόμισαν πως θα είχαν ασφάλεια, αν τα τάγματα στρατοπέδευαν χωριστά στα διάφορα χωριά. Ο Χειρίσοφος, φυσικά, εξακολούθησε να μένει εκεί που ήταν. Οι άλλοι όμως μοίρασαν με κλήρο τα χωριά που έβλεπαν, κι ο καθένας πήγαινε με τους δικούς του σε κείνο που του έλαχε. [4.5.24] Τότε ο Πολυκράτης, ένας λοχαγός από την Αθήνα, παρακάλεσε να τον αφήσουν να προχωρήσει. Πήρε τους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες, έτρεξε στο χωριό που είχε πάρει ο Ξενοφώντας με κλήρο, και βρίσκει μέσα όλους τους κατοίκους και τον προεστό του χωριού. Βρήκε ακόμα δεκαεφτά πουλάρια που τα έτρεφαν σαν φόρο για το βασιλιά, καθώς και την κόρη του προεστού, που είχε μόλις εννιά μέρες παντρεμένη. Ο άντρας της όμως είχε πάει να κυνηγήσει λαγούς και γι᾽ αυτό δεν πιάστηκε μέσα στο χωριό. [4.5.25] Τα σπίτια ήταν υπόγεια κι είχαν πόρτα που έμοιαζε με στόμα πηγαδιού, αλλά κάτω ήταν φαρδιά. Τα ζώα έμπαιναν μέσα από σκαμμένες τρύπες, ενώ οι άνθρωποι κατέβαιναν από σκαλοπάτια. Μέσα στα σπίτια υπήρχαν γίδια, πρόβατα, βόδια, κότες, και τα μικρά τους. Κι όλα αυτά τα ζώα θρέφονταν μέσα με χορτάρι. [4.5.26] Υπήρχαν ακόμα και σιτάρια και κριθάρια και όσπρια και κρασί κριθαρένιο σε κρατήρες. Μέσα σ᾽ αυτούς μάλιστα βρίσκονταν και σπυριά από κριθάρι, που έφταναν ως επάνω στην επιφάνεια, και καλάμια, άλλα μεγάλα κι άλλα μικρά, που δεν είχαν κόμπους. [4.5.27] Αυτά έπρεπε να τα βάζει κανείς στο στόμα, όποτε διψούσε, και να ρουφά. Το κρασί αυτό ήταν πολύ δυνατό, αν δεν έριχναν μέσα νερό. Κι όταν το συνήθιζε κανείς, ήταν ένα πολύ ευχάριστο πιοτό. [4.5.28] Ο Ξενοφώντας τότε κάλεσε τον προεστό του χωριού να δειπνήσουν μαζί και του έδωσε θάρρος, λέγοντάς του πως όχι μονάχα δεν θα του πάρουν τα παιδιά του, αλλά και θα του γεμίσουν το σπίτι με τρόφιμα άμα φεύγουν, φτάνει να δείξει πως εξυπηρετεί το στρατό, οδηγώντας τους ώσπου να πάνε σε άλλη χώρα. [4.5.29] Εκείνος υποσχόταν πως θα τα κάνει και, δείχνοντας φιλική συμπεριφορά, φανέρωσε το μέρος που είχαν κρυμμένο κρασί. Έτσι αυτήν τη νύχτα όλοι οι στρατιώτες έμειναν στα σπίτια και κοιμήθηκαν, έχοντας τα πάντα άφθονα. Τον προεστό όμως με τα παιδιά του τους κρατούσαν εκεί μπροστά τους και τους φύλαγαν. [4.5.30] Την άλλη μέρα ο Ξενοφώντας πήρε τον προεστό και πήγε στο Χειρίσοφο. Στο δρόμο, απ᾽ όποιο χωριό περνούσε, πήγαινε να συναντήσει τους στρατιώτες που ήταν εκεί και τους έβρισκε παντού να τρωγοπίνουν και να διασκεδάζουν, και δεν τους άφηναν να φύγουν από πουθενά προτού τους προσφέρουν να φάνε. [4.5.31] Κι έβλεπες παντού στρωμένα πάνω στο ίδιο τραπέζι κρέατα από αρνιά, κατσίκια, γουρούνια, μοσχάρια και πουλερικά, μαζί με άφθονα σιταρένια και κριθαρένια ψωμιά. [4.5.32] Όποτε κάποιος ήθελε να πιει στην υγειά άλλου για να του δείξει την αγάπη του, τον τραβούσε στον κρατήρα και έπρεπε να σκύψει από πάνω και να πίνει έτσι, ρουφώντας σαν το βόδι. Πρόσφεραν και στον προεστό του χωριού να πάρει ό,τι ήθελε. Αυτός όμως δεν δεχόταν τίποτε άλλο, παρά κάθε φορά που έβλεπε κάπου κανέναν συγγενή του, τον έπαιρνε μαζί του. [4.5.33] Τέλος πήγαν εκεί που ήταν ο Χειρίσοφος και τους έβρισκαν κι εκείνους να ξεφαντώνουν, φορώντας στο κεφάλι στεφάνια από ξερό χορτάρι. Τους υπηρετούσαν Αρμενόπουλα με βαρβαρικές στολές, και με νοήματα τους έδειχναν τί έπρεπε να κάνουν, σαν να ήταν βουβά. [4.5.34] Όταν ο Χειρίσοφος και ο Ξενοφώντας μίλησαν μεταξύ τους φιλικά, τότε ρώτησαν κι οι δυο τον προεστό, με το διερμηνέα που μιλούσε την περσική γλώσσα, ποιά ήταν η χώρα που πατούσαν. Εκείνος απάντησε πως ήταν η Αρμενία. Τον ξαναρώτησαν για ποιόν τρέφονται τα άλογα, κι εκείνος αποκρίθηκε πως ήταν φόρος που έπρεπε να δοθεί στο βασιλιά. Πρόσθεσε ακόμα πως η γειτονική χώρα ανήκε στους Χάλυβες και τους έδειξε από πού πάει ο δρόμος προς τα εκεί. [4.5.35] Τότε ο Ξενοφώντας έφυγε οδηγώντας τον προεστό στους δικούς του. Του χάρισε μάλιστα ένα γέρικο άλογο που είχε πάρει πρωτύτερα, για να το περιποιηθεί κι ύστερα να το θυσιάσει, γιατί είχε μάθει πως ήταν αφιερωμένο στον Ήλιο και τώρα φοβόταν μήπως ψοφήσει, καθώς ταλαιπωρήθηκε από την πορεία. Για τον εαυτό του πήρε ένα πουλάρι κι έδωσε άλλο ένα στον κάθε στρατηγό και λοχαγό. [4.5.36] Τα άλογα εδώ είχαν μικρότερο ανάστημα από τα περσικά, ήταν όμως πολύ ζωηρότερα. Ο προεστός του χωριού συμβουλεύει τότε τους Έλληνες να τυλίγουν γύρω στα πόδια των αλόγων και των άλλων υποζυγίων μικρά σακιά, όταν τα περνούν ανάμεσα από χιόνια, και τούτο, γιατί χωρίς τα σακιά χώνονταν μες στα χιόνια ως την κοιλιά. |