Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΞΕΝΟΦΩΝ

Κύρου Ἀνάβασις (4.6.1-4.6.13)

[4.6.1] Ἐπεὶ δ᾽ ἡμέρα ἦν ὀγδόη, τὸν μὲν ἡγεμόνα παραδίδωσι Χειρισόφῳ, τοὺς δὲ οἰκέτας καταλείπει τῷ κωμάρχῳ, πλὴν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἄρτι ἡβάσκοντος· τοῦτον δὲ Πλεισθένει Ἀμφιπολίτῃ δίδωσι φυλάττειν, ὅπως εἰ καλῶς ἡγήσοιτο, ἔχων καὶ τοῦτον ἀπίοι. καὶ εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ εἰσεφόρησαν ὡς ἐδύναντο πλεῖστα, καὶ ἀναζεύξαντες ἐπορεύοντο. [4.6.2] ἡγεῖτο δ᾽ αὐτοῖς ὁ κώμαρχος λελυμένος διὰ χιόνος· καὶ ἤδη τε ἦν ἐν τῷ τρίτῳ σταθμῷ, καὶ Χειρίσοφος αὐτῷ ἐχαλεπάνθη ὅτι οὐκ εἰς κώμας ἤγαγεν. ὁ δ᾽ ἔλεγεν ὅτι οὐκ εἶεν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ. ὁ δὲ Χειρίσοφος αὐτὸν ἔπαισεν, ἔδησε δ᾽ οὔ. [4.6.3] ἐκ δὲ τούτου ἐκεῖνος τῆς νυκτὸς ἀποδρὰς ᾤχετο καταλιπὼν τὸν υἱόν. τοῦτό γε δὴ Χειρισόφῳ καὶ Ξενοφῶντι μόνον διάφορον ἐν τῇ πορείᾳ ἐγένετο, ἡ τοῦ ἡγεμόνος κάκωσις καὶ ἀμέλεια. Πλεισθένης δὲ ἠράσθη τοῦ παιδὸς καὶ οἴκαδε κομίσας πιστοτάτῳ ἐχρῆτο.
[4.6.4] Μετὰ τοῦτο ἐπορεύθησαν ἑπτὰ σταθμοὺς ἀνὰ πέντε παρασάγγας τῆς ἡμέρας παρὰ τὸν Φᾶσιν ποταμόν, εὖρος πλεθριαῖον. [4.6.5] ἐντεῦθεν ἐπορεύθησαν σταθμοὺς δύο παρασάγγας δέκα· ἐπὶ δὲ τῇ εἰς τὸ πεδίον ὑπερβολῇ ἀπήντησαν αὐτοῖς Χάλυβες καὶ Τάοχοι καὶ Φασιανοί. [4.6.6] Χειρίσοφος δ᾽ ἐπεὶ κατεῖδε τοὺς πολεμίους ἐπὶ τῇ ὑπερβολῇ, ἐπαύσατο πορευόμενος, ἀπέχων εἰς τριάκοντα σταδίους, ἵνα μὴ κατὰ κέρας ἄγων πλησιάσῃ τοῖς πολεμίοις· παρήγγειλε δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις παράγειν τοὺς λόχους, ὅπως ἐπὶ φάλαγγος γένοιτο τὸ στράτευμα. [4.6.7] ἐπεὶ δὲ ἦλθον οἱ ὀπισθοφύλακες, συνεκάλεσε στρατηγοὺς καὶ λοχαγούς, καὶ ἔλεξεν ὧδε. Οἱ μὲν πολέμιοι, ὡς ὁρᾶτε, κατέχουσι τὰς ὑπερβολὰς τοῦ ὄρους· ὥρα δὲ βουλεύεσθαι ὅπως ὡς κάλλιστα ἀγωνιούμεθα. [4.6.8] ἐμοὶ μὲν οὖν δοκεῖ παραγγεῖλαι μὲν ἀριστοποιεῖσθαι τοῖς στρατιώταις, ἡμᾶς δὲ βουλεύεσθαι εἴτε τήμερον εἴτε αὔριον δοκεῖ ὑπερβάλλειν τὸ ὄρος. [4.6.9] Ἐμοὶ δέ γε, ἔφη ὁ Κλεάνωρ, δοκεῖ, ἐπὰν τάχιστα ἀριστήσωμεν, ἐξοπλισαμένους ὡς κράτιστα ἰέναι ἐπὶ τοὺς ἄνδρας. εἰ γὰρ διατρίψομεν τὴν τήμερον ἡμέραν, οἵ τε νῦν ἡμᾶς ὁρῶντες πολέμιοι θαρραλεώτεροι ἔσονται καὶ ἄλλους εἰκὸς τούτων θαρρούντων πλείους προςγενέσθαι.
[4.6.10] Μετὰ τοῦτον Ξενοφῶν εἶπεν· Ἐγὼ δ᾽ οὕτω γιγνώσκω. εἰ μὲν ἀνάγκη ἐστὶ μάχεσθαι, τοῦτο δεῖ παρασκευάσασθαι, ὅπως ὡς κράτιστα μαχούμεθα· εἰ δὲ βουλόμεθα ὡς ῥᾷστα ὑπερβάλλειν, τοῦτό μοι δοκεῖ σκεπτέον εἶναι, ὅπως ‹ὡς› ἐλάχιστα μὲν τραύματα λάβωμεν, ὡς ἐλάχιστα δὲ σώματα ἀνδρῶν ἀποβάλωμεν. [4.6.11] τὸ μὲν οὖν ὄρος ἐστὶ τὸ ὁρώμενον πλέον ἢ ἐφ᾽ ἑξήκοντα στάδια, ἄνδρες δ᾽ οὐδαμοῦ φυλάττοντες ἡμᾶς φανεροί εἰσιν ἀλλ᾽ ἢ κατ᾽ αὐτὴν τὴν ὁδόν· πολὺ οὖν κρεῖττον τοῦ ἐρήμου ὄρους καὶ κλέψαι τι πειρᾶσθαι λαθόντας καὶ ἁρπάσαι φθάσαντας, εἰ δυναίμεθα, μᾶλλον ἢ πρὸς ἰσχυρὰ χωρία καὶ ἀνθρώπους παρεσκευασμένους μάχεσθαι. [4.6.12] πολὺ γὰρ ῥᾷον ὄρθιον ἀμαχεὶ ἰέναι ἢ ὁμαλὲς ἔνθεν καὶ ἔνθεν πολεμίων ὄντων, καὶ νύκτωρ ἀμαχεὶ μᾶλλον ἂν τὰ πρὸ ποδῶν ὁρῴη τις ἢ μεθ᾽ ἡμέραν μαχόμενος, καὶ ἡ τραχεῖα τοῖς ποσὶν ἀμαχεὶ ἰοῦσιν εὐμενεστέρα ἢ ἡ ὁμαλὴ τὰς κεφαλὰς βαλλομένοις. [4.6.13] καὶ κλέψαι δ᾽ οὐκ ἀδύνατόν μοι δοκεῖ εἶναι, ἐξὸν μὲν νυκτὸς ἰέναι, ὡς μὴ ὁρᾶσθαι, ἐξὸν δ᾽ ἀπελθεῖν τοσοῦτον ὡς μὴ αἴσθησιν παρέχειν. δοκοῦμεν δ᾽ ἄν μοι ταύτῃ προσποιούμενοι προσβάλλειν ἐρημοτέρῳ ἂν τῷ ὄρει χρῆσθαι· μένοιεν γὰρ ‹ἂν› αὐτοῦ μᾶλλον ἁθρόοι οἱ πολέμιοι.

[4.6.1] Όταν πέρασαν οχτώ μέρες, ο Ξενοφώντας παραδίνει τον προεστό στο Χειρίσοφο να τον έχει για οδηγό, αφήνοντάς του και τους συγγενείς του, εκτός από το γιο του, που μόλις άρχιζε να μπαίνει στην εφηβική ηλικία. Αυτόν τον δίνει στον Επισθένη τον Αμφιπολίτη να τον φυλάει, για να τον πάρει ο πατέρας του μαζί με τους άλλους και να γυρίσει πίσω, αν εκτελούσε τίμια τα καθήκοντα του οδηγού. Κουβάλησαν και μες στο σπίτι του όσα τρόφιμα μπορούσαν περισσότερα, κι ύστερα έζεψαν πάλι τα ζώα κι άρχισαν την πορεία. [4.6.2] Μπροστά πήγαινε ο προεστός του χωριού με τα χέρια λυμένα, βαδίζοντας μέσα στο χιόνι. Κι όταν βρίσκονταν στον τρίτο σταθμό, ο Χειρίσοφος θύμωσε πολύ μαζί του που δεν τους πήγε σε χωριά. Μα εκείνος έλεγε πως δεν υπήρχαν σ᾽ αυτόν τον τόπο. Ο Χειρίσοφος τότε τον χτύπησε, αλλά δεν τον έδεσε. [4.6.3] Ύστερ᾽ απ᾽ αυτό εκείνος το έσκασε τη νύχτα, αφήνοντας το γιο του. Αυτή η κακομεταχείριση του οδηγού και η έλλειψη φροντίδας για τη φύλαξή του, στάθηκε σε όλη την πορεία η μοναδική δυσαρέσκεια ανάμεσα στο Χειρίσοφο και στον Ξενοφώντα. {Ο Πλεισθένης όμως ερωτεύτηκε το αγόρι και το πήρε μαζί του στην πατρίδα του, όπου του ήταν πολύ πιστό.}
[4.6.4] Κατόπι βάδισαν εφτά σταθμούς, προχωρώντας πέντε παρασάγγες κάθε μέρα, δίπλα στον Φάση ποταμό, που έχει πλάτος ένα πλέθρο. [4.6.5] Από κει βαδίζοντας δυο σταθμούς προχώρησαν δέκα παρασάγγες. Και στο μέρος που ήταν το πέραμα για τον κάμπο, τους συνάντησαν Χάλυβες και Τάοχοι και Φασιανοί. [4.6.6] Όταν ο Χειρίσοφος ξεχώρισε τους εχθρούς πάνω στο πέραμα, σταμάτησε να βαδίζει, τριάντα στάδια μακριά τους, για να μην τους πλησιάσει οδηγώντας τη μια πτέρυγα πίσω από την άλλη. Ύστερα έδωσε διαταγή και στους άλλους να φέρουν τους λόχους πλάι πλάι στους δικούς του στρατιώτες, για να βρίσκεται το στράτευμα σε παράταξη μάχης. [4.6.7] Όταν ήρθαν κι οι στρατιώτες της οπισθοφυλακής, συγκέντρωσε τους στρατηγούς και τους λοχαγούς και τους είπε τούτα τα λόγια: «Οι εχθροί, όπως βλέπετε, κρατούν τις βουνοκορφές. Είναι λοιπόν καιρός να σκεφτούμε πώς θα πολεμήσουμε αποτελεσματικότερα. [4.6.8] Η γνώμη μου είναι να δώσουμε εντολή στους στρατιώτες να γευματίσουν, κι εμείς να συζητήσουμε αν είναι σωστό να περάσουμε το βουνό σήμερα ή αύριο». [4.6.9] «Εγώ νομίζω, είπε ο Κλεάνορας, πως πρέπει αμέσως ύστερα από το φαγητό να ετοιμαστούμε και να ορμήσουμε κατά πάνω στους εχθρούς, όσο γίνεται γρηγορότερα. Γιατί αν αφήσουμε να περάσει η σημερινή μέρα, και οι εχθροί που μας βλέπουν τώρα θα πάρουν περισσότερο θάρρος και είναι φυσικό να προστεθούν κι άλλοι περισσότεροι σ᾽ αυτούς, όταν τους δουν να είναι τολμηροί».
[4.6.10] Ύστερ᾽ απ᾽ αυτόν ο Ξενοφώντας είπε: «Εγώ έχω αυτήν τη γνώμη: Αν είναι ανάγκη να πολεμήσουμε, πρέπει να προετοιμάσουμε τούτο, πώς δηλαδή θα πολεμήσουμε γενναιότερα. Αν όμως θέλουμε να περάσουμε το βουνό όσο γίνεται ευκολότερα, μου φαίνεται πως πρέπει να εξετάσουμε με ποιόν τρόπο θα έχουμε όσο το δυνατό λιγότερους πληγωμένους και πώς θα χάσουμε κατά το δυνατό λιγότερους άντρες. [4.6.11] Το βουνό λοιπόν που βλέπουμε έχει έκταση μεγαλύτερη από εξήντα στάδια και πουθενά δεν φαίνονται να φυλάνε άντρες, παρά μονάχα στο δρόμο που πηγαίνει προς τα εκεί. Έτσι είναι πολύ προτιμότερο να προσπαθήσουμε, χωρίς να μας πάρουν είδηση, να πιάσουμε στο αφρούρητο βουνό ένα μέρος και να προλάβουμε να το βάλουμε στην εξουσία μας, αν μπορούμε, παρά να πολεμούμε ενάντια σε θέσεις οχυρωμένες και σε ανθρώπους που έχουν ετοιμαστεί για μάχη. [4.6.12] Γιατί είναι πολύ πιο εύκολο να βαδίζουμε σε ανηφοριά χωρίς να κάνουμε μάχη, παρά σε τόπο ομαλό, όταν από τη μια μεριά και από την άλλη βρίσκονται εχθροί. Ακόμα τη νύχτα, αν δεν πολεμάει κανείς, ευκολότερα θα δει τα εμπόδια που είναι μπροστά του, παρά τη μέρα, αν κάνει πόλεμο. Και τέλος ο ανώμαλος δρόμος είναι πιο ευκολοπέραστος για τους στρατιώτες που βαδίζουν χωρίς να μάχονται, παρά ο ομαλός όταν οι εχθροί τούς χτυπούν στα κεφάλια. [4.6.13] Έπειτα νομίζω πως δεν είναι αδύνατο να πιάσουμε κρυφά εκείνο το πέραμα, αφού μπορούμε να βαδίζουμε νύχτα, ώστε να μη φαινόμαστε, κι αφού είναι στο χέρι μας να φύγουμε σε τόση απόσταση, ώστε να μη μας καταλάβουν. Έχω τη γνώμη ακόμα πως, αν προσποιηθούμε ότι θα κάνουμε επίθεση σε τούτο το μέρος, θα είναι δυνατό να βρούμε αφύλαχτη μεγαλύτερη έκταση του βουνού. Γιατί σ᾽ αυτή την περίπτωση οι εχθροί θα προτιμούσαν να μείνουν συγκεντρωμένοι στο δρόμο.