Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Εὐμενίδες (213-234)


ΑΠ. ἦ κάρτ᾽ ἄτιμα καὶ παρ᾽ οὐδὲν ἠργάσω
Ἥρας τελείας καὶ Διὸς πιστώματα.
215 Κύπρις δ᾽ ἄτιμος τῷδ᾽ ἀπέρριπται λόγῳ,
ὅθεν βροτοῖσι γίγνεται τὰ φίλτατα.
εὐνὴ γὰρ ἀνδρὶ καὶ γυναικὶ μόρσιμος
ὅρκου ᾽στὶ μείζων τῇ δίκῃ φρουρουμένη.
εἰ τοῖσιν οὖν κτείνουσιν ἀλλήλους χαλᾷς
220 τὸ μὴ τίνεσθαι μηδ᾽ ἐποπτεύειν κότῳ,
οὔ φημ᾽ Ὀρέστην σ᾽ ἐνδίκως ἀνδρηλατεῖν.
τὰ μὲν γὰρ οἶδα κάρτα σ᾽ ἐνθυμουμένην,
τὰ δ᾽ ἐμφανῶς πράσσουσιν ἡσυχαιτέραν.
δίκας δὲ Παλλὰς τῶνδ᾽ ἐποπτεύσει θεά.
225 ΧΟ. τὸν ἄνδρ᾽ ἐκεῖνον οὔ τι μὴ λίπω ποτέ.
ΑΠ. σὺ δ᾽ οὖν δίωκε καὶ πόνον πλείω τίθου.
ΧΟ. τιμὰς σὺ μὴ ξύντεμνε τὰς ἐμὰς λόγῳ.
ΑΠ. οὐδ᾽ ἂν δεχοίμην ὥστ᾽ ἔχειν τιμὰς σέθεν.
ΧΟ. μέγας γὰρ ἔμπας πὰρ Διὸς θρόνοις λέγῃ·
230 ἐγὼ δ᾽, ἄγει γὰρ αἷμα μητρῷον, δίκας
μέτειμι τόνδε φῶτα κἀκκυνηγέσω.
ΑΠ. ἐγὼ δ᾽ ἀρήξω τὸν ἱκέτην τ᾽ ἐρύσομαι·
δεινὴ γὰρ ἐν βροτοῖσι κἀν θεοῖς πέλει
τοῦ προστροπαίου μῆνις, εἰ προδῷ σφ᾽ ἑκών.


ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Δίχως αξία λοιπόν κι ούτε ψηφάς καθόλου
της Τέλειας Ήρας και του Δία τις συμφωνίες,
κι η Κύπριδα, η πηγή κάθε χαράς τ᾽ ανθρώπου,
δίχως τιμή ξεγράφεται, όπως λες, και πάει.
Όμως του αντρόγυνου ο δεσμός, που ενώνει η Μοίρα,
κι απ᾽ όρκον έχει πιο ισχυρό φρουρό, τη Δίκη.
Αν λοιπόν έτσι δε σε μέλει όσοι σκοτώνουν
220ο ένας τον άλλο και τους παραβλέπ᾽ η οργή σου,
άδικα λέω πως κυνηγάς και τον Ορέστη,
αφού απ᾽ τη μια τα παίρνεις τόσο στην καρδιά σου,
ενώ είσαι, φανερά, πιο αδιάφορη για τ᾽ άλλα.
Μα ποιό είν᾽ το δίκιο, η Αθηνά θα ξεδιαλύσει.
ΧΟΡΟΣ
Δε θα το δεις ποτέ ν᾽ αφήσω εγώ εκείνον.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Κυνήγα τον λοιπόν κόπο στον κόπο να ᾽χεις.
ΧΟΡΟΣ
Μη δα ξεγράφεις τις τιμές μου μ᾽ ένα λόγο.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Τέτοιες τιμές σου χαίρου τις· δεν τις ζηλεύω.
ΧΟΡΟΣ
Βέβαια και σ᾽ έχουν για τρανό στο πλάι του Δία,
230μα εγώ, της μάνας με τραβά το αίμα, κι έτσι
για να τον γδικηθώ τα ίχνη του ψάχνω νά ᾽βρω.
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Κι εγώ βοηθός του τον ικέτη μου θα σώσω,
γιατ᾽ είναι φοβερή και σε θεούς κι ανθρώπους
του πρόσφυγα η οργή που αβόηθητο έτσι αφήσουν.