Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ

Συμπόσιον ἢ Λαπίθαι (6-9)


ΛΥΚΙΝΟΣ
[6] Τοὺς μὲν ἄλλους τί ἄν σοι λέγοιμι; οἱ δὲ ἀπὸ φιλοσοφίας καὶ λόγων, οὕσπερ ἐθέλεις, οἶμαι, ἀκοῦσαι μάλιστα, Ζηνόθεμις ἦν ὁ πρεσβύτης ὁ ἀπὸ τῆς στοᾶς καὶ ξὺν αὐτῷ Δίφιλος ὁ Λαβύρινθος ἐπίκλην, διδάσκαλος οὗτος ὢν τοῦ Ἀρισταινέτου υἱέος τοῦ Ζήνωνος· τῶν δὲ ἀπὸ τοῦ περιπάτου Κλεόδημος, οἶσθα τὸν στωμύλον, τὸν ἐλεγκτικόν· Ξίφος αὐτὸν οἱ μαθηταὶ καὶ Κοπίδα καλοῦσιν. ἀλλὰ καὶ ὁ Ἐπικούρειος Ἕρμων παρῆν, καὶ εἰσελθόντα γε αὐτὸν εὐθὺς ὑπεβλέποντο οἱ Στωϊκοὶ καὶ ἀπεστρέφοντο καὶ δῆλοι ἦσαν ὥς τινα πατραλοίαν καὶ ἐναγῆ μυσαττόμενοι. οὗτοι μὲν αὐτοῦ Ἀρισταινέτου φίλοι καὶ συνήθεις ὄντες παρεκέκληντο ἐπὶ δεῖπνον καὶ ξὺν αὐτοῖς ὁ γραμματικὸς Ἱστιαῖος καὶ ὁ ῥήτωρ Διονυσόδωρος. [7] διὰ δὲ τὸν νυμφίον τὸν Χαιρέαν Ἴων ὁ Πλατωνικὸς συνειστιᾶτο διδάσκαλος αὐτοῦ ὤν, σεμνός τις ἰδεῖν καὶ θεοπρεπὴς καὶ πολὺ τὸ κόσμιον ἐπιφαίνων τῷ προσώπῳ· Κανόνα γοῦν οἱ πολλοὶ ὀνομάζουσιν αὐτὸν εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης ἀποβλέποντες. καὶ ἐπεὶ παρῆλθεν ὑπεξανίσταντο πάντες αὐτῷ καὶ ἐδεξιοῦντο ὥς τινα τῶν κρειττόνων, καὶ ὅλως θεοῦ ἐπιδημία τὸ πρᾶγμα ἦν Ἴων ὁ θαυμαστὸς συμπαρών.
[8] Δέον δὲ ἤδη κατακλίνεσθαι ἁπάντων σχεδὸν παρόντων, ἐν δεξιᾷ μὲν εἰσιόντων αἱ γυναῖκες ὅλον τὸν κλιντῆρα ἐκεῖνον ἐπέλαβον, οὐκ ὀλίγαι οὖσαι, καὶ ἐν αὐταῖς ἡ νύμφη πάνυ ἀκριβῶς ἐγκεκαλυμμένη, ὑπὸ τῶν γυναικῶν περιεχομένη· ἐς δὲ τὸ ἀντίθυρον ἡ ἄλλη πληθύς, ὡς ἕκαστος ἀξίας εἶχε. [9] καταντικρὺ δὲ τῶν γυναικῶν πρῶτος ὁ Εὔκριτος, εἶτα Ἀρισταίνετος. εἶτα ἐνεδοιάζετο πότερον χρὴ πρότερον Ζηνόθεμιν τὸν Στωϊκὸν ἅτε γέροντα ἢ Ἕρμωνα τὸν Ἐπικούρειον, ἱερεὺς γὰρ ἦν τοῖν ἀνάκοιν καὶ γένους τοῦ πρώτου ἐν τῇ πόλει. ἀλλὰ ὁ Ζηνόθεμις ἔλυσε τὴν ἀπορίαν· Εἰ γάρ με, φησίν, ὦ Ἀρισταίνετε, δεύτερον ἄξεις Ἕρμωνος τουτουί, ἀνδρός, ἵνα μηδὲν ἄλλο κακὸν εἴπω, Ἐπικουρείου, ἄπειμι ὅλον σοι τὸ συμπόσιον καταλιπών. καὶ ἅμα τὸν παῖδα ἐκάλει καὶ ἐξιόντι ἐῴκει. καὶ ὁ Ἕρμων, Ἔχε μέν, ὦ Ζηνόθεμι, τὰ πρῶτα, ἔφη· ἀτὰρ εἰ καὶ μηδέν τι ἕτερον ἱερεῖ γε ὄντι ὑπεξίστασθαι καλῶς εἶχεν, εἰ καὶ τοῦ Ἐπικούρου ‹τοῦ› πάνυ καταπεφρόνηκας. Ἐγέλασα, ἦ δ᾽ ὃς ὁ Ζηνόθεμις, Ἐπικούρειον ἱερέα, καὶ ἅμα λέγων κατεκλίνετο καὶ μετ᾽ αὐτὸν ὅμως ὁ Ἕρμων, εἶτα Κλεόδημος ὁ Περιπατητικός, εἶτα ὁ Ἴων καὶ ὑπ᾽ ἐκεῖνον ὁ νυμφίος, εἶτ᾽ ἐγὼ καὶ παρ᾽ ἐμὲ ὁ Δίφιλος καὶ ὑπ᾽ αὐτῷ Ζήνων ὁ μαθητής, εἶτα ὁ ῥήτωρ Διονυσόδωρος καὶ ὁ γραμματικὸς Ἱστιαῖος.


ΛΥΚΙΝΟΣ
[6] Τους άλλους τώρα γιατί να σου τους κατονομάσω; Εκείνοι όμως που ασχολούνται με τη φιλοσοφία και τους λόγους, αυτοί για τους οποίους θέλεις περισσότερο, φαντάζομαι, να ακούσεις, ήταν ο Ζηνόθεμης, ο γέροντας στωικός, και μαζί του ο Δίφιλος, με το παρανόμι ο Λαβύρινθος, αυτός που ήταν ο δάσκαλος του Ζήνωνα, του γιου του Αρισταίνετου. Από τους περιπατητικούς ήταν ο Κλεόδημος· ξέρεις εκείνον τον πολυλογά, που επιχειρηματολογεί αντικρούοντας τους πάντες· οι μαθητές του τον αποκαλούνε Ξίφος και Κοπίδα. Ήταν επίσης εκεί και ο Έρμωνας ο επικούρειος, που αμέσως μόλις μπήκε άρχισαν οι στωικοί να τον στραβοκοιτάζουν και να τον αποφεύγουν, και ήταν φανερό πως τον απεχθάνονταν σαν να ήταν πατροκτόνος και βέβηλος. Αυτοί είχαν προσκληθεί στο δείπνο, επειδή ήταν φίλοι και σύντροφοι του ίδιου του Αρισταίνετου, και μαζί μ᾽ αυτούς ο γραμματικός Ιστιαίος και ο ρήτορας Διονυσόδωρος. [7] Εξαιτίας του γαμπρού, του Χαιρέα, συμμετείχε στο τραπέζι ο Ίωνας ο πλατωνικός, που ήταν δάσκαλος του, ένας άνθρωπος αξιοσέβαστος στην όψη, με θεϊκή επιβλητικότητα, που φανέρωνε εξαιρετική ευπρέπεια στο πρόσωπο του. Οι περισσότεροι τον ονομάζουνε Κανόνα, αναφερόμενοι στην ορθότητα της γνώμης του. Και όταν εμφανίστηκε, όλοι προσηκώνονταν μπροστά του και τον χαιρετούσαν σαν κάποιον ανώτερο, και γενικά ήτανε θεϊκή επίσκεψη το πράγμα, να παρευρίσκεται δηλαδή μαζί μας ο αξιοθαύμαστος Ίωνας.
[8] Καθώς λοιπόν έπρεπε πια να ξαπλώσουμε για φαγητό, μια και όλοι σχεδόν ήταν παρόντες, στη δεξιά πλευρά από την είσοδο οι γυναίκες, που δεν ήταν και λίγες, γέμισαν ολόκληρο εκείνο το ανάκλιντρο, και ανάμεσά τους και η νύφη, καλυμμένη με μεγάλη επιμέλεια, περιτριγυρισμένη από τις γυναίκες. Και απέναντι από την πόρτα το υπόλοιπο πλήθος, ανάλογα με την εκτίμηση που υπήρχε για τον καθένα. [9] Απέναντι από τις γυναίκες πρώτος ο Εύκριτος, έπειτα ο Αρισταίνετος, έπειτα προβληματίζονταν αν πρέπει να βάλουν τον Ζηνόθεμη τον στωικό, επειδή ήταν γέροντας, ή τον Έρμωνα τον επικούρειο, που ήταν ιερέας των Διοσκούρων και γόνος της σημαντικότερης οικογένειας μέσα στην πόλη. Ο Ζηνόθεμης όμως τους έβγαλε από το αδιέξοδο, λέγοντας: «Αν με βάλεις δεύτερο, Αρισταίνετε, μετά από αυτόν εδώ τον Έρμωνα, έναν άνθρωπο —για να μην πω τίποτε άλλο κακό— επικούρειο, φεύγω και εγκαταλείπω ολόκληρο το συμπόσιο σου». Και ταυτόχρονα φώναζε τον υπηρέτη του και φαινόταν έτοιμος να φύγει. Τότε ο Έρμωνας είπε: «Κράτα εσύ, Ζηνόθεμη, την πρώτη θέση· αν και το σωστό θα ήταν να μου την παραχωρούσες, αν όχι για τίποτε άλλο, τουλάχιστον επειδή είμαι ιερέας, ακόμη κι αν περιφρονείς πολύ τον Επίκουρο». «Έσκασα στα γέλια», είπε ο Ζηνόθεμης· «επικούρειος ιερέας!»· κι ενώ τα έλεγε αυτά, ξάπλωσε, αλλά και ο Έρμωνας αμέσως μετά απ᾽ αυτόν, έπειτα ο Κλεόδημος ο περιπατητικός, έπειτα ο Ίωνας και δίπλα του χαμηλότερα ο γαμπρός, έπειτα εγώ, και κοντά μου ο Δίφιλος, και δίπλα του χαμηλότερα ο Ζήνωνας ο μαθητής του, έπειτα ο ρήτορας Διονυσόδωρος και ο γραμματικός Ιστιαίος.