Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ

Συμπόσιον ἢ Λαπίθαι (3-5)


ΛΥΚΙΝΟΣ
[3] Νεανικώτερα ἡμᾶς, ὦ Φίλων, ἀξιοῖς ἐκφέρειν ταῦτα πρὸς τοὺς πολλοὺς καὶ ἐπεξιέναι διηγουμένους πράγματα ἐν οἴνῳ καὶ μέθῃ γενόμενα, δέον λήθην ποιήσασθαι αὐτῶν καὶ νομίζειν ἐκεῖνα πάντα θεοῦ ἔργα τοῦ Διονύσου εἶναι, ὃς οὐκ οἶδα εἴ τινα τῶν αὑτοῦ ὀργίων ἀτέλεστον καὶ ἀβάκχευτον περιεῖδεν. ὅρα οὖν μὴ κακοήθων τινῶν ἀνθρώπων ᾖ τὸ ἀκριβῶς τὰ τοιαῦτα ἐξετάζειν, ἃ καλῶς ἔχει ἐν τῷ συμποσίῳ καταλιπόντας ἀπαλλάττεσθαι. Μισῶ γάρ, φησὶ καὶ ὁ ποιητικὸς λόγος, μνάμονα συμπόταν. καὶ οὐδὲ ὁ Διόνικος ὀρθῶς ἐποίησε πρὸς τὸν Χαρῖνον ταῦτα ἐξαγορεύσας καὶ πολλὴν τὴν ἑωλοκρασίαν κατασκεδάσας ἀνδρῶν φιλοσόφων. ἐγὼ δέ, ἄπαγε, οὐκ ἄν τι τοιοῦτον εἴποιμι.
ΦΙΛΩΝ
[4] Θρύπτῃ ταῦτα, ὦ Λυκῖνε. ἀλλ᾽ οὔτι γε πρὸς ἐμὲ οὕτως ποιεῖν ἐχρῆν, ὃς ἀκριβῶς πολὺ πλέον ἐπιθυμοῦντά σε εἰπεῖν οἶδα ἢ ἐμὲ ἀκοῦσαι, καί μοι δοκεῖς, εἰ ἀπορήσειας τῶν ἀκουσομένων, κἂν πρὸς κίονά τινα ἢ πρὸς ἀνδριάντα ἡδέως ἂν προσελθὼν ἐκχέαι πάντα συνείρων ἀπνευστί. εἰ γοῦν ἐθελήσω ἀπαλλάττεσθαι νῦν, οὐκ ἐάσεις με ἀνήκοον ἀπελθεῖν, ἀλλ᾽ ἥξεις καὶ παρακολουθήσεις καὶ δεήσῃ. κἀγὼ θρύψομαι πρὸς σὲ ἐν τῷ μέρει· καί, εἴ γε δοκεῖ, ἀπίωμεν ἄλλου αὐτὰ πευσόμενοι, σὺ δὲ μὴ λέγε.
ΛΥΚΙΝΟΣ
Μηδὲν πρὸς ὀργήν· διηγήσομαι γάρ, ἐπείπερ οὕτως προθυμῇ, ἀλλ᾽ ὅπως μὴ πρὸς πολλοὺς ἐρεῖς.
ΦΙΛΩΝ
Εἰ μὴ παντάπασιν ἐγὼ ἐπιλέλησμαι Λυκίνου, αὐτὸς σὺ ἄμεινον ποιήσεις αὐτὸ καὶ φθάσεις εἰπὼν ἅπασιν, ὥστε οὐδὲν ἐμοῦ δεήσῃ. [5] ἀλλ᾽ ἐκεῖνό μοι πρῶτον εἰπέ, τῷ παιδὶ τῷ Ζήνωνι ὁ Ἀρισταίνετος ἀγόμενος γυναῖκα εἱστία ὑμᾶς;
ΛΥΚΙΝΟΣ
Οὔκ, ἀλλὰ τὴν θυγατέρα ἐξεδίδου αὐτὸς τὴν Κλεανθίδα τῷ Εὐκρίτου τοῦ δανειστικοῦ, τῷ φιλοσοφοῦντι.
ΦΙΛΩΝ
Παγκάλῳ νὴ Δία μειρακίῳ, ἁπαλῷ γε μὴν ἔτι καὶ οὐ πάνυ καθ᾽ ὥραν γάμων.
ΛΥΚΙΝΟΣ
Ἀλλ᾽ οὐκ εἶχεν ἄλλον ἐπιτηδειότερον, οἶμαι. τοῦτον οὖν κόσμιόν τε εἶναι δοκοῦντα καὶ πρὸς φιλοσοφίαν ὡρμημένον, ἔτι δὲ μόνον ὄντα πλουτοῦντι τῷ Εὐκρίτῳ, προείλετο νυμφίον ἐξ ἁπάντων.
ΦΙΛΩΝ
Οὐ μικρὰν λέγεις αἰτίαν τὸ πλουτεῖν τὸν Εὔκριτον. ἀτὰρ οὖν, ὦ Λυκῖνε, τίνες οἱ δειπνοῦντες ἦσαν;


ΛΥΚΙΝΟΣ
[3] Μου ζητάς, Φίλωνα, να κοινοποιήσω στους πολλούς κάποιες πράξεις νεανικής επιπολαιότητας και να διηγηθώ με λεπτομέρειες πράγματα που έγιναν την ώρα του κρασιού και μέσα στο μεθύσι, ενώ θα ᾽πρεπε να τα παραδώσουμε στη λησμονιά και να τα θεωρήσουμε όλα εκείνα θεού έργα, του Διονύσου, που δεν ξέρω αν επιτρέπει σε κανέναν να μένει αμύητος στις δικές του τελετουργίες και αμέτοχος στις βακχικές του μυσταγωγίες. Πρόσεχε λοιπόν μήπως είναι χαρακτηριστικό κακόβουλων ανθρώπων το να εξετάζουμε με ακρίβεια τέτοιου είδους πράγματα, που το καλύτερο θα ήταν να τα αφήσουμε στο συμπόσιο και να απομακρυνθούμε. Άλλωστε και ο ποιητικός λόγος λέει: «συμπότης με μνημονικό εμένα δεν μ᾽ αρέσει». Ούτε κι ο Διόνικος έκανε καλά που τα είπε αυτά στον Χαρίνο και που σκόρπισε πάνω σε άνδρες φιλοσόφους πολλά απομεινάρια του κρασιού. Εγώ πάντως —μακριά από μένα— δεν πρόκειται να πω κάτι παρόμοιο.
ΦΙΛΩΝΑΣ
[4] Κάνεις τον δύσκολο σ᾽ αυτά, Λυκίνε. Δεν θα ᾽πρεπε όμως να το κάνεις αυτό σ᾽ εμένα, που γνωρίζω πολύ καλά πως εσύ λαχταράς πολύ περισσότερο να μου τα πεις απ᾽ ό,τι εγώ να τα ακούσω, και μου φαίνεται πως, αν σου έλειπαν οι ακροατές, θα πλησίαζες ευχαρίστως σε κάποια κολόνα ή σε κάποιο άγαλμα και σαν χείμαρρος θα τα ᾽λεγες όλα με τη σειρά, με μια ανάσα. Αν λοιπόν θελήσω τώρα να φύγω, δεν πρόκειται να μ᾽ αφήσεις να απομακρυνθώ χωρίς να ακούσω, αλλά θα καταφτάσεις κοντά μου και θα με ακολουθήσεις και θα με παρακαλάς. Κι εμένα τότε θα είναι η σειρά μου να σου κάνω τον δύσκολο. Αφού λοιπόν έτσι το θέλεις, ας πάμε σε κάποιον άλλο να ζητήσουμε πληροφορίες, κι εσύ μη λες τίποτε.
ΛΥΚΙΝΟΣ
Καλά, μη θυμώνεις. Θα σου τα διηγηθώ, μια και δείχνεις τόσο ενδιαφέρον, αλλά κι εσύ θα έχεις τον νου σου να μην τα πεις σε πολλούς.
ΦΙΛΩΝΑΣ
Αν εγώ δεν έχω ξεχάσει εντελώς τον Λυκίνο, εσύ ο ίδιος θα το κάνεις αυτό πολύ καλύτερα και θα προλάβεις να τα πεις σε όλους· συνεπώς εμένα δεν θα με χρειαστείς καθόλου. [5] Πες μου όμως εκείνο πρώτα, ο Αρισταίνετος σάς έκανε το τραπέζι επειδή πάντρευε τον γιο του τον Ζήνωνα;
ΛΥΚΙΝΟΣ
Όχι, την κόρη του πάντρευε, την Κλεανθίδα, με τον γιο του Ευκρίτου του δανειστή, μ᾽ αυτόν που ασχολείται με τη φιλοσοφία.
ΦΙΛΩΝΑΣ
Μ᾽ έναν πανέμορφο έφηβο, μα τον Δία, που είναι όμως ακόμη ανήλικος και καθόλου σε ηλικία γάμου.
ΛΥΚΙΝΟΣ
Δεν βρήκε πάντως άλλον καταλληλότερο, φαντάζομαι. Αυτόν λοιπόν, που φαίνεται πως έχει καλούς τρόπους και ενδιαφέρεται για τη φιλοσοφία, και επιπλέον είναι ο μοναχογιός του Ευκρίτου, που είναι και πλούσιος, αυτόν διάλεξε από όλους για γαμπρό.
ΦΙΛΩΝΑΣ
Επισημαίνεις μια καθόλου ασήμαντη αιτία, το ότι ο Εύκριτος είναι πλούσιος. Αλήθεια όμως, Λυκίνε, ποιοί συμμετείχαν στο δείπνο;