Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΛΥΣΙΑΣ

Ὑπὲρ τοῦ Ἐρατοσθένους φόνου (1) (29-36)


[29] Οὐκ ἠμφεσβήτει, ὦ ἄνδρες, ἀλλ᾽ ὡμολόγει ἀδικεῖν, καὶ ὅπως μὲν μὴ ἀποθάνῃ ἠντεβόλει καὶ ἱκέτευεν, ἀποτίνειν δ᾽ ἕτοιμος ἦν χρήματα. ἐγὼ δὲ τῷ μὲν ἐκείνου τιμήματι οὐ συνεχώρουν, τὸν δὲ τῆς πόλεως νόμον ἠξίουν εἶναι κυριώτερον, καὶ ταύτην ἔλαβον τὴν δίκην, ἣν ὑμεῖς δικαιοτάτην εἶναι ἡγησάμενοι τοῖς τὰ τοιαῦτα ἐπιτηδεύουσιν ἐτάξατε. Καί μοι ἀνάβητε τούτων μάρτυρες.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
[30] Ἀνάγνωθι δέ μοι καὶ τοῦτον τὸν νόμον ‹τὸν› ἐκ τῆς στήλης τῆς ἐξ Ἀρείου πάγου.
ΝΟΜΟΣ
Ἀκούετε, ὦ ἄνδρες, ὅτι αὐτῷ τῷ δικαστηρίῳ τῷ ἐξ Ἀρείου πάγου, ᾧ καὶ πάτριόν ἐστι καὶ ἐφ᾽ ἡμῶν ἀποδέδοται τοῦ φόνου τὰς δίκας δικάζειν, διαρρήδην εἴρηται τούτου μὴ καταγιγνώσκειν φόνον, ὃς ἂν ἐπὶ δάμαρτι τῇ ἑαυτοῦ μοιχὸν λαβὼν ταύτην τὴν τιμωρίαν ποιήσηται. [31] καὶ οὕτω σφόδρα ὁ νομοθέτης ἐπὶ ταῖς γαμεταῖς γυναιξὶ δίκαια ταῦτα ἡγήσατο εἶναι, ὥστε καὶ ἐπὶ ταῖς παλλακαῖς ταῖς ἐλάττονος ἀξίαις τὴν αὐτὴν δίκην ἐπέθηκε. καίτοι δῆλον ὅτι, εἴ τινα εἶχε ταύτης μείζω τιμωρίαν ἐπὶ ταῖς γαμεταῖς, ἐποίησεν ἄν· νῦν δὲ οὐχ οἷός τε ὢν ταύτης ἰσχυροτέραν ἐπ᾽ ἐκείναις ἐξευρεῖν, τὴν αὐτὴν καὶ ἐπὶ ταῖς παλλακαῖς ἠξίωσε γίγνεσθαι. Ἀνάγνωθι δέ μοι καὶ τοῦτον τὸν νόμον.
ΝΟΜΟΣ
[32] Ἀκούετε, ὦ ἄνδρες, ὅτι κελεύει, ἐάν τις ἄνθρωπον ἐλεύθερον ἢ παῖδα αἰσχύνῃ βίᾳ, διπλῆν τὴν βλάβην ὀφείλειν· ἐὰν δὲ γυναῖκα, ἐφ᾽ αἷσπερ ἀποκτείνειν ἔξεστιν, ἐν τοῖς αὐτοῖς ἐνέχεσθαι· οὕτως, ὦ ἄνδρες, τοὺς βιαζομένους ἐλάττονος ζημίας ἀξίους ἡγήσατο εἶναι ἢ τοὺς πείθοντας· τῶν μὲν γὰρ θάνατον κατέγνω, τοῖς δὲ διπλῆν ἐποίησε τὴν βλάβην, [33] ἡγούμενος τοὺς μὲν διαπραττομένους βίᾳ ὑπὸ τῶν βιασθέντων μισεῖσθαι, τοὺς δὲ πείσαντας οὕτως αὐτῶν τὰς ψυχὰς διαφθείρειν, ὥστ᾽ οἰκειοτέρας αὑτοῖς ποιεῖν τὰς ἀλλοτρίας γυναῖκας ἢ τοῖς ἀνδράσι, καὶ πᾶσαν ἐπ᾽ ἐκείνοις τὴν οἰκίαν γεγονέναι, καὶ τοὺς παῖδας ἀδήλους εἶναι ὁποτέρων τυγχάνουσιν ὄντες, τῶν ἀνδρῶν ἢ τῶν μοιχῶν. ἀνθ᾽ ὧν ὁ τὸν νόμον τιθεὶς θάνατον αὐτοῖς ἐποίησε τὴν ζημίαν. [34] Ἐμοῦ τοίνυν, ὦ ἄνδρες, οἱ μὲν νόμοι οὐ μόνον ἀπεγνωκότες εἰσὶ μὴ ἀδικεῖν, ἀλλὰ καὶ κεκελευκότες ταύτην τὴν δίκην λαμβάνειν· ἐν ὑμῖν δ᾽ ἐστὶ πότερον χρὴ τούτους ἰσχυροὺς ἢ μηδενὸς ἀξίους εἶναι. [35] ἐγὼ μὲν γὰρ οἶμαι πάσας τὰς πόλεις διὰ τοῦτο τοὺς νόμους τίθεσθαι, ἵνα περὶ ὧν ἂν πραγμάτων ἀπορῶμεν, παρὰ τούτους ἐλθόντες σκεψώμεθα ὅ τι ἡμῖν ποιητέον ἐστίν. οὗτοι τοίνυν περὶ τῶν τοιούτων τοῖς ἀδικουμένοις τοιαύτην δίκην λαμβάνειν παρακελεύονται. [36] οἷς ὑμᾶς ἀξιῶ τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχειν· εἰ δὲ μή, τοιαύτην ἄδειαν τοῖς μοιχοῖς ποιήσετε, ὥστε καὶ τοὺς κλέπτας ἐπαρεῖτε φάσκειν μοιχοὺς εἶναι, εὖ εἰδότας ὅτι, ἐὰν ταύτην τὴν αἰτίαν περὶ ἑαυτῶν λέγωσι καὶ ἐπὶ τούτῳ φάσκωσιν εἰς τὰς ἀλλοτρίας οἰκίας εἰσιέναι, οὐδεὶς αὐτῶν ἅψεται. πάντες γὰρ εἴσονται ὅτι τοὺς μὲν νόμους τῆς μοιχείας χαίρειν ἐᾶν δεῖ, τὴν δὲ ψῆφον τὴν ὑμετέραν δεδιέναι· αὕτη γάρ ἐστι πάντων τῶν ἐν τῇ πόλει κυριωτάτη.


[29] Δεν αμφισβήτησε, συμπολίτες, την ενοχή του· απεναντίας, την παραδέχτηκε. Και για να αποφύγει βέβαια τον θάνατο, με εκλιπαρούσε και με ικέτευε, ενώ προσφέρθηκε να μου καταβάλει ένα ποσό ως αποζημίωση. Εγώ όμως αρνήθηκα να αποδεχθώ την πρότασή του, έκρινα ότι πρέπει να τεθεί σε ανώτερη μοίρα ο νόμος της πόλης και του επέβαλα την τιμωρία που εσείς ορίσατε για όσους φέρονται με αυτό τον τρόπο, θεωρώντας από την πλευρά σας ότι είναι απολύτως δίκαιη. Ανεβείτε, παρακαλώ, στο βήμα οι μάρτυρες γι᾽ αυτά που λέω.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ
[30] Διάβασε, παρακαλώ, και αυτόν τον νόμο από τη στήλη στον Άρειο πάγο.
ΝΟΜΟΣ
Ακούσατε, συμπολίτες, ότι το ίδιο το δικαστήριο του Αρείου πάγου, στο οποίο ανέκαθεν ανήκει και επί των ημερών μας επαναβεβαιώθηκε η αρμοδιότητα να εκδικάζει τις υποθέσεις φόνου, έχει ρητώς αποφανθεί ότι δεν πρέπει να καταλογίζεται φόνος σε εκείνον που θα συλλάβει επ᾽ αυτοφώρω μοιχό με τη γυναίκα του και θα του επιβάλει τη συγκεκριμένη τιμωρία. [31] Και ο νομοθέτης εθεώρησε τη ρύθμιση αυτή τόσο δίκαιη προκειμένου για τις νόμιμες συζύγους, ώστε προέβλεψε την ίδια ποινή και για τις παλλακίδες, των οποίων η θέση είναι σαφώς υποδεέστερη. Είναι ωστόσο προφανές ότι, αν διέθετε ποινή βαρύτερη προκειμένου για τις νόμιμες συζύγους, θα την επέβαλλε· τώρα όμως, επειδή του ήταν αδύνατον να βρει για την περίπτωση εκείνων ποινή αυστηρότερη από αυτή, έκρινε ορθό να επιβάλλεται η ίδια και στην περίπτωση των παλλακίδων. Διάβασε, παρακαλώ, και αυτόν τον νόμο.
ΝΟΜΟΣ
[32] Ακούσατε, συμπολίτες, τί επιτάσσει ο νόμος· εάν κάποιος ατιμάσει με τη βία άνδρα ελεύθερο ή αγόρι, να καταβάλλει εις το διπλάσιον το σχετικό πρόστιμο· εάν βιάσει γυναίκα, εφόσον αυτή ανήκει σε μια από τις περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται ο φόνος του δράστη, να υπόκειται στην ίδια τιμωρία. Ο νομοθέτης δηλαδή, συμπολίτες, έκρινε ότι αρμόζει ελαφρότερη ποινή σε αυτούς που βιάζουν από ό,τι σε αυτούς που πείθουν· απόδειξη ότι τους τελευταίους τους καταδικάζει σε θάνατο, ενώ για τους πρώτους εδιπλασίασε απλώς το πρόστιμο· [33] το σκεπτικό του ήταν ότι όσοι πετυχαίνουν τον σκοπό τους με τη βία μισούνται από τους βιαζόμενους, ενώ αυτοί που πείθουν διαφθείρουν τόσο τις ψυχές των πειθομένων, ώστε να φτάνουν οι γυναίκες των άλλων να αισθάνονται πιο δεμένες με αυτούς παρά με τους άντρες τους, και το σπίτι ολόκληρο να περιέρχεται υπό τον απόλυτο έλεγχό τους, και να είναι άγνωστο με ποιόν από τους δύο είναι τελικά τα παιδιά, με τον άντρα ή με τον μοιχό; Για τους λόγους αυτούς ο νομοθέτης όρισε ως ποινή τον θάνατο. [34] Εμένα επομένως, συμπολίτες, οι νόμοι όχι μόνο με έχουν αθωώσει, αλλά και με έχουν προστάξει να επιβάλω αυτή την τιμωρία· από σας εξαρτάται αν θα έχουν ισχύ ή θα είναι χωρίς καμιά αξία. [35] Εγώ πάντως νομίζω ότι όλες οι πόλεις θεσπίζουν τους νόμους για ένα λόγο και μόνο: για να μπορούμε για ζητήματα για τα οποία βρισκόμαστε σε αμηχανία να καταφεύγουμε σ᾽ αυτούς και έπειτα να σταθμίζουμε πώς πρέπει να ενεργήσουμε. Οι νόμοι λοιπόν, προκειμένου για αδικήματα όπως αυτό, προτρέπουν τους παθόντες να επιβάλλουν αυτή την τιμωρία. [36] Καλώ ως εκ τούτου και εσάς να ευθυγραμμιστείτε με τους νόμους· ειδάλλως, θα εξασφαλίσετε τέτοια ασυλία στους μοιχούς, ώστε θα ξεσηκώσετε και τους κλέφτες και θα δηλώνουν ότι είναι μοιχοί, αφού θα είναι απολύτως βέβαιοι ότι, αν στην περίπτωσή τους προβάλλουν αυτή τη δικαιολογία και ισχυρίζονται ότι αυτός είναι ο λόγος που μπαίνουν στα ξένα σπίτια, δεν πρόκειται να τους αγγίξει κανένας. Γιατί οι πάντες θα γνωρίζουν ότι τους νόμους για τη μοιχεία μπορούν να τους αγνοούν, την ψήφο όμως τη δική σας πρέπει να την φοβούνται, αφού αυτή συνιστά την υπέρτατη εξουσία στην πόλη.