Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ

Ὕμνοι (3.46-3.109)

αὖθι δὲ Κύκλωπας μετεκίαθε· τοὺς μὲν ἔτετμε
νήσῳ ἐνὶ Λιπάρῃ —Λιπάρη νέον, ἀλλὰ τότ᾽ ἔσκεν
οὔνομά οἱ Μελιγουνίς— ἐπ᾽ ἄκμοσιν Ἡφαίστοιο
ἑσταότας περὶ μύδρον· ἐπείγετο γὰρ μέγα ἔργον·
50 ἱππείην τετύκοντο Ποσειδάωνι ποτίστρην.
αἱ νύμφαι δ᾽ ἔδδεισαν, ὅπως ἴδον αἰνὰ πέλωρα
πρηόσιν Ὀσσείοισιν ἐοικότα, πᾶσι δ᾽ ὑπ᾽ ὀφρύν
φάεα μουνόγληνα, σάκει ἴσα τετραβοείῳ,
δεινὸν ὑπογλαύσσοντα, καὶ ὁππότε δοῦπον ἄκουσαν
55 ἄκμονος ἠχήσαντος ἐπὶ μέγα, πουλύ τ᾽ ἄημα
φυσάων, αὐτῶν τε βαρὺν στόνον· αὖε γὰρ Αἴτνη,
αὖε δὲ Τρινακρίη, Σικανῶν ἕδος, αὖε δὲ γείτων
Ἰταλίη, μεγάλην δὲ βοὴν ἐπὶ Κύρνος ἀύτει,
εὖθ᾽ οἵ γε ῥαιστῆρας ἀειράμενοι ὑπὲρ ὤμων
60 ἢ χαλκὸν ζείοντα καμινόθεν ἠὲ σίδηρον
ἀμβολαδὶς τετύποντες ἐπὶ μέγα μυχθίσσειαν.
τῷ σφέας οὐκ ἐτάλασσαν ἀκηδέες Ὠκεανῖναι
οὔτ᾽ ἄντην ἰδέειν οὔτε κτύπον οὔασι δέχθαι.
οὐ νέμεσις· κείνους γε καὶ αἱ μάλα μηκέτι τυτθαί
65 οὐδέποτ᾽ ἀφρικτὶ μακάρων ὁρόωσι θύγατρες.
ἀλλ᾽ ὅτε κουράων τις ἀπειθέα μητέρι τεύχοι,
μήτηρ μὲν Κύκλωπας ἑῇ ἐπὶ παιδὶ καλιστρεῖ,
Ἄργην ἢ Στερόπην· ὁ δὲ δώματος ἐκ μυχάτοιο
ἔρχεται Ἑρμείης, σποδιῇ κεχριμένος αἰθῇ·
70 αὐτίκα τὴν κούρην μορμύσσεται, ἡ δὲ τεκούσης
δύνει ἔσω κόλπους θεμένη ἐπὶ φάεσι χεῖρας.
κοῦρα, σὺ δὲ προτέρω περ, ἔτι τριέτηρος ἐοῦσα,
εὖτ᾽ ἔμολεν Λητώ σε μετ᾽ ἀγκαλίδεσσι φέρουσα,
Ἡφαίστου καλέοντος ὅπως ὀπτήρια δοίη,
75 Βρόντεώ σε στιβαροῖσιν ἐφεσσαμένου γονάτεσσι,
στήθεος ἐκ μεγάλου λασίης ἐδράξαο χαίτης,
ὤλοψας δὲ βίηφι· τὸ δ᾽ ἄτριχον εἰσέτι καὶ νῦν
μεσσάτιον στέρνοιο μένει μέρος, ὡς ὅτε κόρσῃ
φωτὸς ἐνιδρυθεῖσα κόμην ἐπενείματ᾽ ἀλώπηξ.
80 τῷ μάλα θαρσαλέη σφε τάδε προσελέξαο τῆμος·
«Κύκλωπες, κἠμοί τι Κυδώνιον εἰ δ᾽ ἄγε τόξον
ἠδ᾽ ἰοὺς κοίλην τε κατακληῖδα βελέμνων
τεύξατε· καὶ γὰρ ἐγὼ Λητωιὰς ὥσπερ Ἀπόλλων·
αἰ δέ κ᾽ ἐγὼ τόξοις μονιὸν δάκος ἤ τι πέλωρον
85 θηρίον ἀγρεύσω, τὸ δέ κεν Κύκλωπες ἔδοιεν.»
ἔννεπες, οἳ δ᾽ ἐτέλεσσαν· ἄφαρ δ᾽ ὡπλίσσαο, δαῖμον.
αἶψα δ᾽ ἐπὶ σκύλακας πάλιν ἤιες· ἵκεο δ᾽ αὖλιν
Ἀρκαδικὴν ἔπι Πανός. ὃ δὲ κρέα λυγκὸς ἔταμνε
Μαιναλίης, ἵνα οἱ τοκάδες κύνες εἶδαρ ἔδοιεν.
90 τὶν δ᾽ ὁ γενειήτης δύο μὲν κύνας ἥμισυ πηγούς,
τρεῖς δὲ παρουαίους, ἕνα δ᾽ αἰόλον, οἵ ῥα λέοντας
αὐτοὺς αὖ ἐρύοντες, ὅτε δράξαιντο δεράων,
εἷλκον ἔτι ζώοντας ἐπ᾽ αὐλίον, ἑπτὰ δ᾽ ἔδωκε
θάσσονας αὐράων Κυνοσουρίδας, αἵ ῥα διῶξαι
95 ὤκισται νεβρούς τε καὶ οὐ μύοντα λαγωόν,
καὶ κοίτην ἐλάφοιο καὶ ὕστριχος ἔνθα καλιαί
σημῆναι, καὶ ζορκὸς ἐπ᾽ ἴχνιον ἡγήσασθαι.
ἔνθεν ἀπερχομένη —μετὰ καὶ κύνες ἐσσεύοντο—
εὗρες ἐπὶ προμολῇσ᾽ ὄρεος τοῦ Παρρασίοιο
100 σκαιρούσας ἐλάφους, μέγα τι χρέος· αἱ μὲν ἐπ᾽ ὄχθῃς
αἰὲν ἐβουκολέοντο μελαμψήφιδος ἀναύρου,
μάσσονες ἢ ταῦροι, κεράων δ᾽ ἀπελάμπετο χρυσός·
ἐξαπίνης δ᾽ ἔταφές τε καὶ ὃν ποτὶ θυμὸν ἔειπες·
«τοῦτό κεν Ἀρτέμιδος πρωτάγριον ἄξιον εἴη.»
105 πέντ᾽ ἔσαν αἱ πᾶσαι· πίσυρας δ᾽ ἕλες ὦκα θέουσα
νόσφι κυνοδρομίης, ἵνα τοι θοὸν ἅρμα φέρωσι·
τὴν δὲ μίαν Κελάδοντος ὑπὲρ ποταμοῖο φυγοῦσαν
Ἥρης ἐννεσίῃσιν, ἀέθλιον Ἡρακλῆι
ὕστερον ὄφρα γένοιτο, πάγος Κερύνειος ἔδεκτο.

Μετά τους Κύκλωπες πήγε να βρει. Τους βρήκε
στον νησί της Λιπάρας (Λιπάρα, νέον όνομα· τότε το λέγαν
Μελιγουνίδα). Και στου Ηφαίστου τρόγυρα το αμόνι
στέκονταν καθώς πύρωνε το μέταλλο, καθώς επείγονταν για μέγα έργο.
50Ποτίστρα για τους ίππους μαστορεύανε του Ποσειδώνα.
Οι νύμφες φοβηθήκανε τα τρομερά σαν αντικρίσαν όντα
που ᾽μοιαζαν βράχοι από την Όσσα. Κάτω από το φρύδι
το μοναδικό τους μάτι, όμοιο με ασπίδα από βοδιών τεσσάρων δέρμα,
να κρυφοβλέπουν φοβερά. Κι ακούσανε το χτύπο
55από το αμόνι που ήχησε μακριά και το μεγάλο φυσητό τού αγέρα
από το φυσερό, και από των ίδιων (των Κυκλώπων) τη βαριάν ανάσα. Γιατί και η Αίτνα βούιζε
καθώς και η Τρινακρία, όπου κατοικούν οι Σικανοί, και η γειτονική
Ιταλία. Και βοή μεγάλη ακούγονταν από την Κύρνο
όταν τις σφύρες σήκωναν επάνω από τους ώμους,
60καθώς, μια το ζεματιστό χαλκό που ᾽βγαινε απ᾽ το καμίνι
και μια το σίδερο χτυπούσαν με μεγάλο μόχθο.
Για τούτο και δεν άντεχαν οι αμέριμνες Ωκεανίδες
ούτε στα μάτια να τους δούνε άφοβα, ούτε το χτύπο να δεχτούν στ᾽ αυτιά τους.
Κι ήτανε τούτο εύλογο, αφού αυτούς ακόμα και οι μεγάλες
65οι θυγατέρες των θεών ποτέ δεν τους κοιτάζουν δίχως φρίκη.
Κι όταν απειθήσει στη μητέρα του κάποιο κοριτσάκι,
τους Κύκλωπες αυτή καλεί να τη συντρέξουν,
τον Άργη ή το Στερόπη. Και απ᾽ το βάθος του σπιτιού
φτάνει ο Ερμής μουντζουρωμένος μαύρη στάχτη.
70Στην κόρη τον μπαμπούλα κάνει ευθύς, που τότε στης μητέρας της
βουτάει την αγκαλιά, τα χέρια βάζοντας μπροστά στα μάτια της.
Μα κόρη εσύ, και πιο παλιά, τρίχρονη όταν ήσουν,
η Λητώ στην αγκαλιά της σε οδήγησε
στον Ήφαιστο, που την προσκάλεσε τα δώρα του καλωσορίσματος να της προσφέρει,
75στα στιβαρά εκάθισες τα γόνατα του Βρόντη
κι απ᾽ το μεγάλο στήθος του άδραξες τις πυκνές τρίχες
και τις ξερίζωσες με βια. Για τούτο μένει άτριχο και τώρα ακόμα
το μεσιανό μέρος του στέρνου του, καθώς ανθρώπου
κεφάλι που την κόμη του την τρώει η ψώρα.
80Και τότε θαρρετά πολύ είπες ετούτα:
«Κύκλωπες, και για μένα ένα Κυδώνιο τόξο
και βέλη και φαρέτρα βαθουλή
να φκιάξετε. Γιατί κι εγώ είμαι τέκνο της Λητώς, καθώς ο Απόλλωνας.
Κι αν με το τόξο ζώο σκοτώσω ξεμοναχιασμένο
85ή και θεριόν, θα είναι για το γεύμα των Κυκλώπων».
Είπες, κι αυτοί στα φτιάξανε κι οπλίστηκες θεά αμέσως.
Κι ήρθες αναζητώντας πάλι τα σκυλιά σου. Έφτασες στη σκηνή
του Πάνα την Αρκαδική. Κι εκείνος λιάνιζε κρέατα λύγκα
Μαιναλιώτικου, για να τα φάνε οι λεχώνες σκύλες.
90Τότε σου χάρισε ο γενειοφόρος δυο ασπρόμαυρα σκυλιά,
στ᾽ αυτιά τα τρία με κηλίδες κι ένα πολύχρωμο. Ετούτα και λιοντάρια
σαν μυριστούν τ᾽ αρπάζουνε απ᾽ το σβέρκο
και στην αυλή σου ζωντανά τα σέρνουν. Σου ᾽δωσε κι εφτά
σκύλες απ᾽ την Κυνοσουρίδα, γρηγορότερες κι από την αύρα, που μπορούσαν να καταδιώξουν
95λαφάκια γρήγορα, μα και λαγό τα μάτια που ποτέ δεν κλείνει,
και κατοικίες ελαφιών να βρίσκουνε, μα κι αγριόχοιρων φωλιές
να επισημαίνουν, και στα ίχνη να οδηγούνε ζαρκαδιών.
Φεύγοντας αποκεί —σ᾽ ακολουθούνε τα σκυλιά—
βρίσκεις στους πρόποδες του όρους Παρρασίου
100ελάφια να πηδούν, θήραμα θαυμαστό — όπου στις όχθες
διαρκώς βοσκούν του μαυροβότσαλου του Άναυρου,
τρανύτερα από ταύρους, κι έλαμπε στα κέρατά τους ο χρυσός.
Άξαφνα θαύμασες και είπες στην ψυχή σου:
«Ετούτο είναι της Αρτέμιδας το πρώτο κι άξιο κυνήγι».
105Πέντε οι λαφίνες, κι έπιασες τις τέσσερις γρήγορα τρέχοντας,
δίχως λαγωναρόσκυλοι το γρήγορο άρμα να σου σέρνουν.
Τη μια λαφίνα που ᾽φυγε πέρα απ᾽ τον Κελάδοντα τον ποταμό
με τη συναίνεση της Ήρας, για να γίνει άθλος του Ηρακλή,
ο βράχος ο Κερύνειος τη δέχτηκε.