Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Τρῳάδες (98-152)

ΕΚΑΒΗ
ἄνα, δύσδαιμον, πεδόθεν κεφαλήν,
ἐπάειρε δέρην· οὐκέτι Τροία
100 τάδε καὶ βασιλῆς ἐσμεν Τροίας.
μεταβαλλομένου δαίμονος ἀνέχου.
πλεῖ κατὰ πορθμόν, πλεῖ κατὰ δαίμονα,
μηδὲ προσίστω πρῷραν βιότου
πρὸς κῦμα πλέουσα τύχαισιν.
105 αἰαῖ αἰαῖ.
τί γὰρ οὐ πάρα μοι μελέᾳ στενάχειν,
ᾗ πατρὶς ἔρρει καὶ τέκνα καὶ πόσις;
ὦ πολὺς ὄγκος συστελλόμενος
προγόνων, ὡς οὐδὲν ἄρ᾽ ἦσθα.
110 τί με χρὴ σιγᾶν; τί δὲ μὴ σιγᾶν;
τί δὲ θρηνῆσαι;
δύστηνος ἐγὼ τῆς βαρυδαίμονος
ἄρθρων κλίσεως, ὡς διάκειμαι,
νῶτ᾽ ἐν στερροῖς λέκτροισι ταθεῖσ᾽·
115 οἴμοι κεφαλῆς, οἴμοι κροτάφων
πλευρῶν θ᾽, ὥς μοι πόθος εἱλίξαι
καὶ διαδοῦναι νῶτον ἄκανθάν τ᾽
εἰς ἀμφοτέρους τοίχους μελέων,
ἐπὶ τοὺς αἰεὶ δακρύων ἐλέγους.
120 μοῦσα δὲ χαὔτη τοῖς δυστήνοις
ἄτας κελαδεῖν ἀχορεύτους.

πρῷραι ναῶν ὠκεῖαι,
Ἴλιον ἱερὰν αἳ κώπαισιν
δι᾽ ἅλα πορφυροειδέα καὶ
125 λιμένας Ἑλλάδος εὐόρμους
αὐλῶν παιᾶνι στυγνῷ
συρίγγων τ᾽ εὐφθόγγων φωνᾷ
βαίνουσαι πλεκτὰν Αἰγύπτου
παιδείαν ἐξηρτήσασθ᾽,
130 αἰαῖ, Τροίας ἐν κόλποισιν
τὰν Μενελάου μετανισσόμεναι
στυγνὰν ἄλοχον, Κάστορι λώβαν
τῷ τ᾽ Εὐρώτᾳ δυσκλείαν,
ἃ σφάζει μὲν
135 τὸν πεντήκοντ᾽ ἀροτῆρα τέκνων
Πρίαμον, ἐμέ τε ‹τὰν› μελέαν Ἑκάβαν
ἐς τάνδ᾽ ἐξώκειλ᾽ ἄταν.
ὤμοι θάκους οὓς θάσσω
σκηναῖς ἐφέδρους Ἀγαμεμνονίαις.
140 δούλα δ᾽ ἄγομαι
γραῦς ἐξ οἴκων, [κουρᾷ ξυρήκει] πενθήρη
κρᾶτ᾽ ἐκπορθηθεῖσ᾽ οἰκτρῶς.
ἀλλ᾽, ὦ τῶν χαλκεγχέων Τρώων
ἄλοχοι μέλεαι
καὶ κοῦραι δύσνυμφοι,
145 τύφεται Ἴλιον, αἰάζωμεν.
μάτηρ δ᾽ ὡσεὶ πτανοῖς κλαγγὰν
ὄρνισιν ὅπως ἐξάρξω ᾽γὼ
μολπάν, οὐ τὰν αὐτὰν
οἵαν ποτὲ δὴ
150 σκήπτρῳ Πριάμου διερειδομένα
ποδὸς ἀρχεχόρου πληγαῖς Φρυγίαις
εὐκόμποις ἐξῆρχον θεούς.

Αφού έφυγε ο Ποσειδώνας, η Εκάβη ανασηκώνεται σιγά σιγά.
ΕΚΑΒΗ
Το κεφάλι από χάμω, βαριόμοιρη, σήκωσε,
το λαιμό σου αναστύλωσε·
Τροία εδώ πια δεν είναι,
100αχ της Τροίας βασιλιάδες δεν είμαστε πια.
Βάσταξέ το της τύχης το γύρισμα,
με το ρέμα της τύχης αρμένιζε
κι αρμενίζοντας έτσι όπως πάνε τα πράματα
της ζωής σου την πλώρη μη στήνεις ενάντια στο κύμα.
Συφορά!
Πώς η δύστυχη, πώς να μην κλαίω, που μου χάθηκαν
τα παιδιά μου, η πατρίδα μου, ο άντρας μου;
Μεγαλεία των προγόνων πεσμένα· λοιπόν
μια σκιά τίποτ᾽ άλλο δεν ήσαστε.
110Τί να πω, τί ν᾽ αφήσω
και σαν τί να θρηνήσω;
Πώς οι κλείδωσες, αχ, μου πονούνε της δύστυχης,
ξαπλωμένη όπως είμαι δω χάμω
με την πλάτη σε στρώση σκληρή!
Οχ οι πόνοι τρυπούν τα πλευρά μου,
τα μελίγγια μου εδώ, το κεφάλι.
Να σαλεύω πώς θέλω
του κορμιού το σκαρί
μια δεξιά, μια απ᾽ την άλλη,
να κρατά το ρυθμό στους αστέρευτους θρήνους μου!
120Θρήνοι δίχως τραγούδια χορών,
είν᾽ αυτή η μουσική που ταιριάζει στους δύστυχους.

Γοργόπλωρα καράβια εσείς,
που σας περάσαν τα κουπιά απ᾽ το πορφυρό
το πέλαο κι απ᾽ τ᾽ απάνεμα λιμάνια της Ελλάδας,
—αχολογούσαν ρυθμικά παιάνα μισητό οι αυλοί
κι τα σουραύλια με φωνή που εγλυκολάλει—
ήρθατε, αλί,
στην Ίλιο, πόλη μας ιερή,
και παπυρόπλεχτο έργο, τα γερά σκοινιά,
130δέσατ᾽ εσείς στης Τροίας το περιγιάλι.
Για την π᾽ ανάθεμά τηνε
γυναίκα του Μενέλαου,
για την Ελένη εδώ ᾽ρθατε,
για την Ελένη, ντρόπιασμα
του Ευρώτα και του Κάστορα·
που αυτή τον Πρίαμο, το γονιό
παιδιών πενήντα, σκότωσε
κι έριξε εμέ τη δύστυχη,
την άμοιρην Εκάβη εμέ,
σε τέτοια μαύρη συμφορά.

Πού κάθομαι, αχ, απ᾽ έξω εδώ
απ᾽ τις καλύβες του Αγαμέμνονα! Τη γριά
140με παίρνουνε, με σέρνουνε σε ξένη χώρα σκλάβα
κι αλάργα από το σπίτι μου, χωρίς μαλλιά στην κεφαλή·
δέστε, για πένθος όλη σύρριζα ερημάχτη.
Θρηνήστε, αλί,
γυναίκες δύστυχες, κι εσείς
κόρες των χαλκοδόρατων Τρωαδιτών,
κακόνυφες, κι η Τροία γίνεται στάχτη.
Τώρα θ᾽ αρχίσω και θα πω
για σας τραγούδι θλιβερό
σαν πουλομάνα που λαλεί
για τα μικρά της τα πουλιά·
δε θα ᾽ναι τούτος μου ο σκοπός
150όπως εκείνος που έλεγα
πάνω σε φρυγικό ρυθμό
και στα γιορτάσια των θεών
έσερνα πρώτη το χορό
κρατώντας σκήπτρο ρηγικό.