Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Τρῳάδες (1156-1206)

ΕΚ. θέσθ᾽ ἀμφίτορνον ἀσπίδ᾽ Ἕκτορος πέδῳ,
λυπρὸν θέαμα κοὐ φίλον λεύσσειν ἐμοί.
ὦ μείζον᾽ ὄγκον δορὸς ἔχοντες ἢ φρενῶν,
τί τόνδ᾽, Ἀχαιοί, παῖδα δείσαντες φόνον
1160 καινὸν διειργάσασθε; μὴ Τροίαν ποτὲ
πεσοῦσαν ὀρθώσειεν; οὐδὲν ἦτ᾽ ἄρα,
ὅθ᾽ Ἕκτορος μὲν εὐτυχοῦντος ἐς δόρυ
διωλλύμεσθα μυρίας τ᾽ ἄλλης χερός,
πόλεως δ᾽ ἁλούσης καὶ Φρυγῶν ἐφθαρμένων
1165 βρέφος τοσόνδ᾽ ἐδείσατ᾽· οὐκ αἰνῶ φόβον
ὅστις φοβεῖται μὴ διεξελθὼν λόγῳ.
ὦ φίλταθ᾽, ὥς σοι θάνατος ἦλθε δυστυχής.
εἰ μὲν γὰρ ἔθανες πρὸ πόλεως, ἥβης τυχὼν
γάμων τε καὶ τῆς ἰσοθέου τυραννίδος,
1170 μακάριος ἦσθ᾽ ἄν, εἴ τι τῶνδε μακάριον.
νῦν αὔτ᾽ ἰδὼν μὲν γνούς τε, σῇ ψυχῇ, τέκνον,
οὐκ οἶσθ᾽, ἐχρήσω δ᾽ οὐδὲν ἐν δόμοις ἔχων.
δύστηνε, κρατὸς ὥς σ᾽ ἔκειρεν ἀθλίως
τείχη πατρῷα, Λοξίου πυργώματα,
1175 ὃν πόλλ᾽ ἐκήπευσ᾽ ἡ τεκοῦσα βόστρυχον
φιλήμασίν τ᾽ ἔδωκεν, ἔνθεν ἐκγελᾷ
ὀστέων ῥαγέντων φόνος, ἵν᾽ αἰσχρὰ μὴ λέγω.
ὦ χεῖρες, ὡς εἰκοὺς μὲν ἡδείας πατρὸς
κέκτησθ᾽, ἐν ἄρθροις δ᾽ ἔκλυτοι πρόκεισθέ μοι.
1180 ὦ πολλὰ κόμπους ἐκβαλὸν φίλον στόμα,
ὄλωλας, ἐψεύσω μ᾽, ὅτ᾽ ἐσπίπτων λέχος,
«Ὦ μῆτερ, ηὔδας, ἦ πολύν σοι βοστρύχων
πλόκαμον κεροῦμαι, πρὸς τάφον θ᾽ ὁμηλίκων
κώμους ἀπάξω, φίλα διδοὺς προσφθέγματα».
1185 σὺ δ᾽ οὐκ ἔμ᾽, ἀλλ᾽ ἐγὼ σὲ τὸν νεώτερον,
γραῦς ἄπολις ἄτεκνος, ἄθλιον θάπτω νεκρόν.
οἴμοι, τὰ πόλλ᾽ ἀσπάσμαθ᾽ αἵ τ᾽ ἐμαὶ τροφαὶ
ὕπνοι τ᾽ ἐκεῖνοι φροῦδά μοι. τί καί ποτε
γράψειεν ἄν σοι μουσοποιὸς ἐν τάφῳ;
1190 Τὸν παῖδα τόνδ᾽ ἔκτειναν Ἀργεῖοί ποτε
δείσαντες; αἰσχρὸν τοὐπίγραμμά γ᾽ Ἑλλάδι.
ἀλλ᾽ οὖν πατρῴων οὐ λαχὼν ἕξεις ὅμως
ἐν ᾗ ταφήσῃ χαλκόνωτον ἰτέαν.
ὦ καλλίπηχυν Ἕκτορος βραχίονα
1195 σῴζουσ᾽, ἄριστον φύλακ᾽ ἀπώλεσας σέθεν.
ὡς ἡδὺς ἐν πόρπακι σὸς κεῖται τύπος
ἴτυός τ᾽ ἐν εὐτόρνοισι περιδρόμοις ἱδρώς,
ὃν ἐκ μετώπου πολλάκις πόνους ἔχων
ἔσταζεν Ἕκτωρ προστιθεὶς γενειάδι.
1200 φέρετε, κομίζετ᾽ ἀθλίῳ κόσμον νεκρῷ
ἐκ τῶν παρόντων· οὐ γὰρ ἐς κάλλος τύχας
δαίμων δίδωσιν· ὧν δ᾽ ἔχω, λήψῃ τάδε.
θνητῶν δὲ μῶρος ὅστις εὖ πράσσειν δοκῶν
βέβαια χαίρει· τοῖς τρόποις γὰρ αἱ τύχαι,
1205 ἔμπληκτος ὡς ἄνθρωπος, ἄλλοτ᾽ ἄλλοσε
πηδῶσι, κοὐδεὶς αὑτὸς εὐτυχεῖ ποτε.

ΕΚΑ. Την τορνευτήν ασπίδα του Έχτορά μου
χάμω πιθώστε· πίκρα των ματιών μου
κι όχι χαρά πια. Ω Αχαιοί, στη μάχη
πιο δυνατοί παρά στο νου, ποιόν φόβο
είχατε απ᾽ το παιδάκι αυτό, και τέτοιον
βρήκατε για το θάνατό του τρόπο;
1160Την γκρεμισμένη Τροία μην ξαναχτίσει;
Ώστε είστε τιποτένιοι, αφού ένα βρέφος
σκιαχτήκατε, την ωρ᾽ αυτή που η πόλη
έπεσε πια κι οι Τρώες ξολοθρευτήκαν,
ενώ ο χαμός μάς ρήμαζε όταν μύρια
παλικάρια και πρώτος ο Έχτοράς μου
γερά σας πολεμούσαν· κατακρίνω
το δίχως βάση, τον ανόητο φόβο.
Μικρή διακοπή.
Σκληρός σε βρήκε θάνατος, γλυκό μου.
Για την πατρίδα αν έπεφτες στη μάχη,
αφού τα νιάτα πρώτα θα χαιρόσουν,
το γάμο, την ισόθεη βασιλεία,
1170θα σε καλοτυχίζανε, αν υπάρχει
σ᾽ αυτά καλοτυχιά. Τώρα όλα τούτα
τα ᾽δες, αλλά δεν τα ᾽νιωσες, μπροστά σου
τα ᾽χες, μα δεν τα χάρηκες, παιδί μου.
Ω τα προγονικά σου κάστρα, το έργο
του Φοίβου, πώς σου κάμαν το κεφάλι!
Με τα φιλιά το σκέπαζε η μανούλα
και τα μαλλάκια σού ᾽σιαχνε, και τώρα
ο φόνος —πώς να πω τη φριχτή λέξη;—
απ᾽ τα σπασμένα χάσκει κόκαλά του.
Πώς μοιάζετε με του Έχτορα, εσείς χέρια·
τώρα νεκρά, παράλυτα μπροστά μου.
1180Γλυκό μου στόμα εσύ, που ᾽ξερες τόσα
περήφανα λογάκια, εχάθης, κι ήταν
ψέματ᾽ αυτά που μου ᾽λεγες στο στρώμα,
όταν κοντά μου ερχόσουνα. «Κυρούλα»,
φώναζες, «σαν πεθάνεις, για τιμή σου
θα κόψω τα μαλλιά μου, στην κηδεία
θα φέρω και τους φίλους μου, με λόγια
θα σ᾽ αποχαιρετήσω πονεμένα.»
Κι αντίς, εγώ η γριά σε θάβω, γιε μου,
έρμη κι από παιδιά κι από πατρίδα.
Δε θα κοιμάσαι πια στην αγκαλιά μου,
πάνε τα χάδια κι οι έγνοιες μου για σένα.
Τί ποίημα θα σου γράψουνε στο μνήμα;
1190«εδώ ειν᾽ ένα παιδάκι που οι Αργείοι
κάποτε το σκοτώσανε από φόβο»;
Επίγραμμα ντροπή για την Ελλάδα.
Κληρονομιά απ᾽ τον κύρη σου δεν πήρες,
τη χάλκινή του ασπίδα μόνο θα ᾽χεις,
που μέσα θα σε θάψουνε. ―Ω ασπίδα,
που φύλαες τ᾽ άξιο μπράτσο του Έχτορά μου,
τον αντρειωμένο σου έχασες αφέντη.
Ω το αποτύπωμά του στο λουρί σου,
και στο ώριο σου στεφάνι τα σημάδια
του ιδρώτα, νά, που του ᾽σταζε απ᾽ την όψη,
καθώς συχνά στην κούραση της μάχης
απάνω το σαγόνι του ακουμπούσε.
1200Τρέξτε κι απ᾽ τα στολίδια που μας μένουν
φέρτε για το νεκρό·
Μερικές γυναίκες μπαίνουν μέσα στην καλύβα.
η περίστασή μας
για πράματα μεγάλα πια δεν είναι·
φτωχό μου, θα σου δώσω εκείνα που έχω.
Όποιος την ευτυχία του καμαρώνει
σαν κάτι απαρασάλευτο, είν᾽ ανόητος·
σαν τον τρελό τον άνθρωπο και η τύχη,
ιδιότροπη πηδά απ᾽ τη μια στην άλλη,
δε μένει πάντα σ᾽ έναν η ευτυχία.