Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Σόλων (5.1-6.7)


[5.1] Ἰδίᾳ δ᾽ Ἀναχάρσεώς τε πρὸς Σόλωνα καὶ πάλιν Θάλεω συνουσίαν τινὰ καὶ λόγους ἀναγράφουσι τοιούτους. [5.2] Ἀνάχαρσιν μὲν εἰς Ἀθήνας φασὶν ἐπὶ τὴν Σόλωνος οἰκίαν ἐλθόντα κόπτειν καὶ λέγειν, ὡς ξένος ὢν ἀφῖκται φιλίαν ποιησόμενος καὶ ξενίαν πρὸς αὐτόν. ἀποκριναμένου δὲ τοῦ Σόλωνος ὡς οἴκοι βέλτιόν ἐστι ποιεῖσθαι φιλίας, «οὐκοῦν» φάναι τὸν Ἀνάχαρσιν «αὐτὸς ὢν οἴκοι σὺ ποίησαι φιλίαν καὶ ξενίαν πρὸς ἡμᾶς». [5.3] οὕτω δὴ θαυμάσαντα τὴν ἀγχίνοιαν τοῦ ἀνδρὸς τὸν Σόλωνα δέξασθαι φιλοφρόνως καὶ χρόνον τινὰ παρ᾽ αὑτῷ κατασχεῖν, ἤδη τὰ δημόσια πράττοντα καὶ συνταττόμενον τοὺς νόμους. [5.4] τὸν οὖν Ἀνάχαρσιν πυθόμενον, καταγελᾶν τῆς πραγματείας τοῦ Σόλωνος, οἰομένου γράμμασιν ἐφέξειν τὰς ἀδικίας καὶ πλεονεξίας τῶν πολιτῶν, ἃ μηδὲν τῶν ἀραχνίων διαφέρειν, ἀλλ᾽ ὡς ἐκεῖνα τοὺς μὲν ἀσθενεῖς καὶ λεπτοὺς τῶν ἁλισκομένων καθέξειν, ὑπὸ δὲ τῶν δυνατῶν καὶ πλουσίων διαρραγήσεσθαι. [5.5] τὸν δὲ Σόλωνα φασὶ πρὸς ταῦτ᾽ εἰπεῖν, ὅτι καὶ συνθήκας ἄνθρωποι φυλάττουσιν ἃς οὐδετέρῳ λυσιτελές ἐστι παραβαίνειν τῶν θεμένων, καὶ τοὺς νόμους αὐτὸς οὕτως ἁρμόζεται τοῖς πολίταις, ὥστε πᾶσι τοῦ παρανομεῖν βέλτιον ἐπιδεῖξαι τὸ δικαιοπραγεῖν. [5.6] ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὡς Ἀνάχαρσις εἴκαζεν ἀπέβη μᾶλλον ἢ κατ᾽ ἐλπίδα τοῦ Σόλωνος. ἔφη δὲ κἀκεῖνο θαυμάζειν ὁ Ἀνάχαρσις ἐκκλησίᾳ παραγενόμενος, ὅτι λέγουσι μὲν οἱ σοφοὶ παρ᾽ Ἕλλησι, κρίνουσι δ᾽ οἱ ἀμαθεῖς.
[6.1] Πρὸς Θαλῆν δ᾽ εἰς Μίλητον ἐλθόντα τὸν Σόλωνα θαυμάζειν, ὅτι γάμου καὶ παιδοποιίας τὸ παράπαν ἠμέληκε, καὶ τὸν Θαλῆν τότε μὲν σιωπῆσαι, διαλιπόντα δ᾽ ἡμέρας ὀλίγας ἄνδρα παρασκευάσαι ξένον, ἀρτίως ἥκειν φάσκοντα δεκαταῖον ἐξ Ἀθηνῶν. [6.2] πυθομένου δὲ τοῦ Σόλωνος εἰ δή τι καινὸν ἐν ταῖς Ἀθήναις, δεδιδαγμένον ἃ χρὴ λέγειν τὸν ἄνθρωπον «οὐδὲν» εἰπεῖν «ἕτερον εἰ μὴ νὴ Δία νεανίσκου τινὸς ἦν ἐκφορὰ καὶ προὔπεμπεν ἡ πόλις. [6.3] ἦν γὰρ υἱὸς ὡς ἔφασαν ἀνδρὸς ἐνδόξου καὶ πρωτεύοντος ἀρετῇ τῶν πολιτῶν· οὐ παρῆν δ᾽ ἀλλ᾽ ἀποδημεῖν ἔφασαν αὐτὸν ἤδη πολὺν χρόνον». [6.4] «ὦ δυστυχὴς ἐκεῖνος» φάναι τὸν Σόλωνα· «τίνα δ᾽ ὠνόμαζον αὐτόν;» «ἤκουσα» φάναι «τοὔνομα» τὸν ἄνθρωπον, «ἀλλ᾽ οὐ μνημονεύω· πλὴν ὅτι πολὺς λόγος ἦν αὐτοῦ σοφίας καὶ δικαιοσύνης». [6.5] οὕτω δὴ καθ᾽ ἑκάστην ἀπόκρισιν τῷ φόβῳ προσαγόμενον τὸν Σόλωνα καὶ τέλος ἤδη συντεταραγμένον, αὐτὸν ὑποβαλεῖν τοὔνομα τῷ ξένῳ, πυνθανόμενον μὴ Σόλωνος ὁ τεθνηκὼς ὠνομάζετο. [6.6] φήσαντος δὲ τοῦ ἀνθρώπου, τὸν μὲν ὁρμῆσαι παίειν τὴν κεφαλὴν καὶ τἆλλα ποιεῖν καὶ λέγειν ἃ συμβαίνει τοῖς περιπαθοῦσι, τὸν δὲ Θαλῆν ἐπιλαβόμενον αὐτοῦ καὶ γελάσαντα, «ταῦτά τοι» φάναι «ὦ Σόλων, ἐμὲ γάμου καὶ παιδοποιίας ἀφίστησιν, ἃ καὶ σὲ κατερείπει τὸν ἐρρωμενέστατον. ἀλλὰ θάρρει τῶν λόγων ἕνεκα τούτων· οὐ γάρ εἰσιν ἀληθεῖς». [6.7] ταῦτα μὲν οὖν Ἕρμιππος ἱστορεῖν φησι Πάταικον, ὃς ἔφασκε τὴν Αἰσώπου ψυχὴν ἔχειν.


[5.1] Κάποιοι κάνουν ιδιαίτερη αναφορά σε κάποια συνάντηση του Ανάχαρση καθώς και του Θαλή με τον Σόλωνα, όπως επίσης και σε κάποιες συζητήσεις που είχαν μεταξύ τους. [5.2] Λένε πως, όταν ο Ανάχαρσης είχε επισκεφτεί την Αθήνα, είχε χτυπήσει την πόρτα του σπιτιού του Σόλωνα λέγοντας ότι είναι ξένος και έχει έρθει για να γίνει φίλος του και να φιλοξενηθεί από αυτόν. Όταν ο Σόλων του απάντησε ότι είναι προτιμότερο να δημιουργεί κανείς φιλίες στην πατρίδα του, ο Ανάχαρσης του είπε: «τότε, αφού εσύ είσαι στην πατρίδα σου, κάνε φιλία με εμένα και φιλοξένησέ με». [5.3] Ο Σόλων θαύμασε την εξυπνάδα του ανδρός με την απάντηση που του έδωσε, τον υποδέχτηκε εγκάρδια στο σπίτι του και τον κράτησε κοντά του για κάποιο διάστημα. Αυτά γινόταν σε εποχή που ήδη είχε αρχίσει ο Σόλων να ασχολείται με την πολιτική και να συντάσσει τους νόμους. [5.4] Όταν λοιπόν το έμαθε ο Ανάχαρσης γέλασε με αυτές τις ασχολίες του Σόλωνα, που πίστευε ότι θα περιόριζε τις αδικίες και την απληστία των συμπολιτών του με γραπτές διατάξεις, που δεν διαφέρουν καθόλου από τον ιστό της αράχνης, αλλά, όπως εκείνος, θα συγκρατήσουν τα ασθενικά και αδύναμα άτομα, αλλά θα σπάσουν κάτω από την πίεση των ισχυρών και πλουσίων. [5.5] Σε αυτά τα λόγια του Ανάχαρση λένε πως ο Σόλων απάντησε ότι οι άνθρωποι τηρούν τις συμφωνίες εκείνες που σε κανέναν από τους συμβαλλομένους δεν συμφέρει να τις παραβιάζει, και ότι αυτός προσαρμόζει τους νόμους προς τα συμφέροντα των συμπολιτών του με τέτοιο τρόπο, ώστε να δείξει σε όλους ότι το να ενεργούν σύμφωνα με τη δικαιοσύνη είναι προτιμότερο από το να παρανομούν. [5.6] Τα πράγματα όμως εξελίχτηκαν μάλλον όπως είχε συμπεράνει ο Ανάχαρσης παρά όπως έλπιζε και υπολόγιζε ο Σόλων. Παραβρέθηκε ο Ανάχαρσης σε μια συνέλευση του λαού της Αθήνας και εκείνο που του έκανε εντύπωση ήταν, έλεγε, ότι στους Έλληνες, ενώ μιλούν οι σοφοί, αποφασίζουν οι άσχετοι.
[6.1] Όταν κάποτε ο Σόλων επισκέφτηκε τον Θαλή στη Μίλητο, του εξέφρασε την απορία του, που είχε αδιαφορήσει εντελώς να παντρευτεί και να κάνει παιδιά. Ο Θαλής δεν του απάντησε τότε αμέσως, αλλά, αφήνοντας να περάσουν λίγες ημέρες, του παρουσίασε έναν ξένο, που έλεγε ότι τάχα μόλις είχε έρθει από την Αθήνα ύστερα από ταξίδι δέκα ημερών. [6.2] Όταν ο Σόλων ζήτησε να μάθει αν έφερνε κανένα νέο από την Αθήνα, δασκαλεμένος ο άνθρωπος για όσα έπρεπε να πει, «τίποτε το καινούριο» απάντησε «εκτός, μά τον Δία, από την κηδεία ενός νέου, που παρακολούθησε όλη η πόλη. [6.3] Γιατί ήταν γιος, όπως έλεγαν, σπουδαίου άνδρα, που στην αρετή κατείχε την πρώτη θέση μεταξύ των συμπολιτών του· έλεγαν όμως ότι δεν παρευρισκόταν στην κηδεία, αλλά ότι έλειπε από την Αθήνα πολύν καιρό». [6.4] «Ω ο δυστυχής εκείνος» είπε ο Σόλων· «πώς τον έλεγαν;». «Άκουσα» είπε «το όνομά του, αλλά δεν το συγκράτησα· θυμάμαι μόνο ότι γινόταν πολύς λόγος για τη σοφία και τη δικαιοσύνη του». [6.5] Καθώς με τον τρόπο αυτόν ύστερα από κάθε απάντηση του ξένου όλο και μεγάλωνε ο φόβος του Σόλωνα και τελικά είχε ήδη συγκλονιστεί, υπέβαλε ο ίδιος στον ξένο το όνομα, ρωτώντας τον μήπως ο νεκρός ήταν γιος του Σόλωνα. [6.6] Όταν ο άνθρωπος απάντησε καταφατικά, ο Σόλων δεν κρατήθηκε και άρχισε να χτυπά το κεφάλι του και να κάνει και να λέει όσα συμβαίνουν σ᾽ αυτούς που πέφτουν σε τέτοιες συμφορές. Τότε ο Θαλής τον κράτησε και γελώντας τού είπε: «αυτά είναι, Σόλωνα, που με κρατούν μακριά από το γάμο και από την απόκτηση παιδιών, που ακόμη και εσένα με τον χαλύβδινο χαρακτήρα σε κάνουν ερείπιο. Μην ανησυχείς όμως γι᾽ αυτά που είπε ο ξένος, γιατί δεν είναι αληθινά». [6.7] Αυτά λοιπόν, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ερμίππου, ιστορεί ο Πάταικος, που ισχυριζόταν ότι στο πρόσωπό του είχε μετεμψυχωθεί ο Αίσωπος.