Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΡΙΑΝΟΣ

Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (4.8.4-4.9.4)

[4.8.4] Κλεῖτον δὲ δῆλον μὲν εἶναι πάλαι ἤδη ἀχθόμενον τοῦ τε Ἀλεξάνδρου τῇ ἐς τὸ βαρβαρικώτερον μετακινήσει καὶ τῶν κολακευόντων αὐτὸν τοῖς λόγοις· τότε δὲ καὶ αὐτὸν πρὸς τοῦ οἴνου παροξυνόμενον οὐκ ἐᾶν οὔτε ἐς τὸ θεῖον ὑβρίζειν, οὔτε [ἐς] τὰ τῶν πάλαι ἡρώων ἔργα ἐκφαυλίζοντας χάριν ταύτην ἄχαριν προστιθέναι Ἀλεξάνδρῳ. [4.8.5] εἶναι γὰρ οὖν οὐδὲ τὰ Ἀλεξάνδρου οὕτω τι μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ὡς ἐκεῖνοι ἐπαίρουσιν· οὔκουν μόνον καταπρᾶξαι αὐτὰ, ἀλλὰ τὸ πολὺ γὰρ μέρος Μακεδόνων εἶναι τὰ ἔργα. καὶ τοῦτον τὸν λόγον ἀνιᾶσαι Ἀλέξανδρον λεχθέντα. οὐδὲ ἐγὼ ἐπαινῶ τὸν λόγον, ἀλλὰ ἱκανὸν γὰρ εἶναι τίθεμαι ἐν τοιᾷδε παροινίᾳ τὸ καθ᾽ αὑτὸν σιγῶντα ἔχειν μηδὲ τὰ αὐτὰ τοῖς ἄλλοις ἐς κολακείαν πλημμελεῖν. [4.8.6] ὡς δὲ καὶ τῶν Φιλίππου τινὲς ἔργων, ὅτι οὐ μεγάλα οὐδὲ θαυμαστὰ Φιλίππῳ κατεπράχθη, οὐδεμιᾷ ξὺν δίκῃ ἐπεμνήσθησαν, χαριζόμενοι καὶ οὗτοι Ἀλεξάνδρῳ, τὸν Κλεῖτον ἤδη οὐκέτι ἐν ἑαυτοῦ ὄντα πρεσβεύειν μὲν τὰ τοῦ Φιλίππου, καταβάλλειν δὲ Ἀλέξανδρόν τε καὶ τὰ τούτου ἔργα, παροινοῦντα ἤδη τὸν Κλεῖτον, τά τε ἄλλα καὶ πολὺν εἶναι ἐξονειδίζοντα Ἀλεξάνδρῳ, ὅτι πρὸς αὑτοῦ ἄρα ἐσώθη, ὁπότε ἡ ἱππομαχία ἡ ἐπὶ Γρανίκῳ ξυνειστήκει πρὸς Πέρσας· [4.8.7] καὶ δὴ καὶ τὴν δεξιὰν τὴν αὑτοῦ σοβαρῶς ἀνατείναντα, αὕτη σε ἡ χείρ, φάναι, ὦ Ἀλέξανδρε, ἐν τῷ τότε ἔσωσε. καὶ Ἀλέξανδρον οὐκέτι φέρειν τοῦ Κλείτου τὴν παροινίαν τε καὶ ὕβριν, ἀλλὰ ἀναπηδᾶν γὰρ ξὺν ὀργῇ ἐπ᾽ αὐτόν, κατέχεσθαι δὲ ὑπὸ τῶν ξυμπινόντων. Κλεῖτον δὲ οὐκ ἀνιέναι ὑβρίζοντα. [4.8.8] Ἀλέξανδρος δὲ ἐβόα ἄρα καλῶν τοὺς ὑπασπιστάς· οὐδενὸς δὲ ὑπακούοντος ἐς ταὐτὰ ἔφη καθεστηκέναι Δαρείῳ, ὁπότε πρὸς Βήσσου τε καὶ τῶν ἀμφὶ Βῆσσον ξυλληφθεὶς ἤγετο οὐδὲν ἄλλο ὅτι μὴ ὄνομα ὢν βασιλέως. οὔκουν ἔτι οἵους τε εἶναι κατέχειν αὐτὸν τοὺς ἑταίρους, ἀλλ᾽ ἀναπηδήσαντα γὰρ οἱ μὲν λόγχην ἁρπάσαι λέγουσι τῶν σωματοφυλάκων τινὸς καὶ ταύτῃ παίσαντα Κλεῖτον ἀποκτεῖναι, οἱ δὲ σάρισσαν παρὰ τῶν φυλάκων τινὸς καὶ ταύτην. [4.8.9] Ἀριστόβουλος δὲ ὅθεν μὲν ἡ παροινία ὡρμήθη οὐ λέγει, Κλείτου δὲ γενέσθαι μόνου τὴν ἁμαρτίαν, ὅν γε ὠργισμένου Ἀλεξάνδρου καὶ ἀναπηδήσαντος ἐπ᾽ αὐτὸν ὡς διαχρησομένου ἀπαχθῆναι μὲν διὰ θυρῶν ἔξω ὑπὲρ τὸ τεῖχός τε καὶ τὴν τάφρον τῆς ἄκρας, ἵνα ἐγίνετο, πρὸς Πτολεμαίου τοῦ Λάγου τοῦ σωματοφύλακος· οὐ καρτερήσαντα δὲ ἀναστρέψαι αὖθις καὶ περιπετῆ Ἀλεξάνδρῳ γενέσθαι Κλεῖτον ἀνακαλοῦντι, καὶ φάναι ὅτι· οὗτός τοι ἐγὼ ὁ Κλεῖτος, ὦ Ἀλέξανδρε· καὶ ἐν τούτῳ πληγέντα τῇ σαρίσσῃ ἀποθανεῖν.
[4.9.1] Καὶ ἐγὼ Κλεῖτον μὲν τῆς ὕβρεως τῆς ἐς τὸν βασιλέα τὸν αὑτοῦ μεγαλωστὶ μέμφομαι· Ἀλέξανδρον δὲ τῆς συμφορᾶς οἰκτείρω, ὅτι δυοῖν κακοῖν ἐν τῷ τότε ἡττημένον ἐπέδειξεν αὑτόν, ὑφ᾽ ὅτων δὴ καὶ τοῦ ἑτέρου οὐκ ἐπέοικεν ἄνδρα σωφρονοῦντα ἐξηττᾶσθαι, ὀργῆς τε καὶ παροινίας. [4.9.2] ἀλλὰ τὰ ἐπὶ τοῖσδε αὖ ἐπαινῶ Ἀλεξάνδρου, ὅτι παραυτίκα ἔγνω σχέτλιον ἔργον ἐργασάμενος. καὶ λέγουσιν εἰσὶν οἳ [τὰ Ἀλεξάνδρου] ὅτι ἐρείσας τὴν σάρισσαν πρὸς τὸν τοῖχον ἐπιπίπτειν ἐγνώκει αὐτῇ, ὡς οὐ καλὸν αὐτῷ ζῆν ἀποκτείναντι φίλον αὑτοῦ ἐν οἴνῳ. [4.9.3] οἱ πολλοὶ δὲ ξυγγραφεῖς τοῦτο μὲν οὐ λέγουσιν, ἀπελθόντα δὲ ἐς τὴν εὐνὴν κεῖσθαι ὀδυρόμενον, αὐτόν τε τὸν Κλεῖτον ὀνομαστὶ ἀνακαλοῦντα καὶ τὴν Κλείτου μὲν ἀδελφήν, αὐτὸν δὲ ἀναθρεψαμένην, Λανίκην τὴν Δρωπίδου παῖδα, ὡς καλὰ ἄρα αὐτῇ τροφεῖα ἀποτετικὼς εἴη ἀνδρωθείς, [4.9.4] ἥ γε τοὺς μὲν παῖδας τοὺς ἑαυτῆς ὑπὲρ αὐτοῦ μαχομένους ἐπεῖδεν ἀποθανόντας, τὸν ἀδελφὸν δὲ αὐτῆς αὐτὸς αὐτοχειρίᾳ ἔκτεινε· φονέα τε τῶν φίλων οὐ διαλείπειν αὑτὸν ἀνακαλοῦντα, ἄσιτόν τε καὶ ἄποτον καρτερεῖν ἔστε ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, οὐδέ τινα ἄλλην θεραπείαν θεραπεῦσαι τὸ σῶμα.

[4.8.4] Ο Κλείτος όμως, όπως ήταν φανερό, στενοχωριόταν από πολύν καιρό για τη μεταστροφή του Αλεξάνδρου προς τον βαρβαρικότερο τρόπο ζωής και για τους λόγους εκείνων που τον κολάκευαν. Και τότε υπό την επήρεια του κρασιού δεν τους επέτρεπε ούτε να δείχνουν ασέβεια προς τους θεούς ούτε να εξευτελίζουν τα κατορθώματα των παλαιών ηρώων μόνο για να προσθέσουν τέτοια χάρη άχαρη στον Αλέξανδρο. [4.8.5] Γιατί, έλεγε, δεν ήταν δα και τόσο μεγάλα και αξιοθαύμαστα τα κατορθώματα του Αλεξάνδρου, όπως εκείνοι τα μεγαλοποιούν. Ούτε άλλωστε τα πέτυχε μόνος του, αλλά ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος κατορθώματα των Μακεδόνων. Όταν ειπώθηκαν οι λόγοι αυτοί, ο Αλέξανδρος στενοχωρήθηκε.
Ούτε και εγώ εγκρίνω τους λόγους αυτούς, αλλά νομίζω ότι σε μια τέτοια οινοποσία πρέπει να παραμένει κανείς σιωπηλός και να μην κάνει τα ίδια λάθη με εκείνους που κολακεύουν. [4.8.6] Και όταν μερικοί θυμήθηκαν και τα κατορθώματα του Φιλίππου λέγοντας, τελείως άδικα, ότι αυτά δεν ήταν ούτε μεγάλα ούτε αξιοθαύμαστα, για να ευχαριστήσουν και αυτοί τον Αλέξανδρο, τότε ο Κλείτος, μη ελέγχοντας πλέον τον εαυτό του, επαινούσε τα κατορθώματα του Φιλίππου και υποτιμούσε τον Αλέξανδρο λέγοντας εκτός πολλών άλλων ότι αυτός τάχα τον έσωσε, όταν είχε συναφθεί η ιππομαχία με τους Πέρσες στον Γρανικό. [4.8.7] Και ύψωσε μάλιστα υπεροπτικά το δεξί του χέρι και είπε «αυτό εδώ το χέρι σε έσωσε τότε, Αλέξανδρε». Ο Αλέξανδρος δεν μπόρεσε πλέον να υπομείνει την εξαιτίας της μέθης αλαζονική και ανάρμοστη συμπεριφορά του Κλείτου, αλλά οργισμένος πήδησε επάνω του, τον συγκράτησαν όμως οι συμπότες. Ο Κλείτος ωστόσο δεν σταμάτησε να συμπεριφέρεται με αυθάδεια. [4.8.8] Έτσι ο Αλέξανδρος άρχισε να φωνάζει καλώντας τους υπασπιστές.
Επειδή όμως κανένας δεν υπάκουε, είπε ότι είχε καταντήσει όπως ο Δαρείος τότε που τον έφερνε αιχμάλωτο ο Βήσσος και οι άνδρες του Βήσσου, και δεν ήταν παρά κατ᾽ όνομα μονάχα βασιλιάς. Δεν μπορούσαν, λοιπόν, οι εταίροι να συγκρατήσουν άλλο τον Αλέξανδρο. Τινάχθηκε επάνω και άρπαξε, όπως λένε μερικοί, τη λόγχη από κάποιο σωματοφύλακα και με αυτήν χτύπησε και σκότωσε τον Κλείτο· άλλοι πάλι λένε ότι άρπαξε τη σάρισα από κάποιο φρουρό και με αυτήν. [4.8.9] Ο Αριστόβουλος όμως δεν αναφέρει πώς ξεκίνησε η φιλονικία στο συμπόσιο και αποδίδει το σφάλμα μονάχα στον Κλείτο. Όταν, λέγει, εξοργισμένος ο Αλέξανδρος πήδησε επάνω του για να τον σκοτώσει, ο σωματοφύλακας Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, μετέφερε έξω τον Κλείτο από τις πόρτες, πέρα από το τείχος και την τάφρο της ακρόπολης, όπου συνέβη το επεισόδιο. Ο Κλείτος όμως δεν το ανέχθηκε, αλλά γύρισε πάλι πίσω και βρήκε τον Αλέξανδρο σε έξαψη να καλεί τον Κλείτο, ο οποίος τότε φώναξε «εδώ είμαι εγώ ο ίδιος ο Κλείτος, Αλέξανδρε»· και την ώρα εκείνη τον χτύπησε ο Αλέξανδρος με τη σάρισα και τον σκότωσε.
[4.9.1] Τον Κλείτο μέμφομαι και εγώ για την αλαζονική συμπεριφορά προς τον βασιλιά του. Τον Αλέξανδρο ωστόσο οικτίρω για τη συμφορά του, γιατί απέδειξε ότι είχε νικηθεί από δύο ελαττώματα, από την οργή και τη μέθη, ενώ ένας φρόνιμος άνθρωπος δεν πρέπει να νικιέται ούτε από το ένα ούτε από το άλλο. [4.9.2] Για όσα επακολούθησαν όμως, πάλι επαινώ τον Αλέξανδρο που αντιλήφθηκε αμέσως ότι διέπραξε αποτρόπαιο έργο. Λένε μάλιστα μερικοί ότι στήριξε τη σάρισα στον τοίχο και είχε την απόφαση να πέσει επάνω της, γιατί, έλεγε, δεν ήταν έντιμο γι᾽ αυτόν να ζει, αφού σκότωσε κατά την οινοποσία τον φίλο του. [4.9.3] Οι περισσότεροι ωστόσο συγγραφείς δεν αναφέρουν το περιστατικό αυτό αλλά λένε ότι αποχώρησε στην κλίνη του όπου παρέμεινε ξαπλωμένος και οδυρόταν καλώντας τον Κλείτο ονομαστικά και την αδελφή του που είχε αναθρέψει τον ίδιο, τη Λανίκη, την κόρη του Δρωπίδη, τί ωραία, αλήθεια της έχει ανταποδώσει την ανατροφή τώρα πια που έγινε άνδρας, [4.9.4] στη Λανίκη που έζησε για να δει τους γιους της να πολεμούν και να σκοτώνονται για χάρη του, και τώρα ο ίδιος σκότωσε τον αδελφό της με τα ίδια του τα χέρια. Και δεν έπαυε να ονομάζει τον εαυτό του φονιά των φίλων του και παρέμεινε επί τρεις μέρες νηστικός, χωρίς φαγητό και χωρίς νερό, χωρίς να φροντίσει καθόλου για το σώμα του.