Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Ἱστορίαι (3.25.1-3.28.3)

[3.25.1] Ἐκ δὲ τῆς Λακεδαίμονος τοῦ αὐτοῦ χειμῶνος τελευτῶντος ἐκπέμπεται Σάλαιθος ὁ Λακεδαιμόνιος ἐς Μυτιλήνην τριήρει. καὶ πλεύσας ἐς Πύρραν καὶ ἐξ αὐτῆς πεζῇ κατὰ χαράδραν τινά, ᾗ ὑπερβατὸν ἦν τὸ περιτείχισμα, διαλαθὼν ἐσέρχεται ἐς τὴν Μυτιλήνην, καὶ ἔλεγε τοῖς προέδροις ὅτι ἐσβολή τε ἅμα ἐς τὴν Ἀττικὴν ἔσται καὶ αἱ τεσσαράκοντα νῆες παρέσονται ἃς ἔδει βοηθῆσαι αὐτοῖς, προαποπεμφθῆναί τε αὐτὸς τούτων ἕνεκα καὶ ἅμα τῶν ἄλλων ἐπιμελησόμενος. [3.25.2] καὶ οἱ μὲν Μυτιληναῖοι ἐθάρσουν τε καὶ πρὸς τοὺς Ἀθηναίους ἧσσον εἶχον τὴν γνώμην ὥστε ξυμβαίνειν. ὅ τε χειμὼν ἐτελεύτα οὗτος, καὶ τέταρτον ἔτος τῷ πολέμῳ ἐτελεύτα τῷδε ὃν Θουκυδίδης ξυνέγραψεν.
[3.26.1] Τοῦ δ᾽ ἐπιγιγνομένου θέρους οἱ Πελοποννήσιοι ἐπειδὴ τὰς ἐς τὴν Μυτιλήνην δύο καὶ τεσσαράκοντα ναῦς ἀπέστειλαν ἄρχοντα Ἀλκίδαν, ὃς ἦν αὐτοῖς ναύαρχος, προστάξαντες, αὐτοὶ ἐς τὴν Ἀττικὴν καὶ οἱ ξύμμαχοι ἐσέβαλον, ὅπως οἱ Ἀθηναῖοι ἀμφοτέρωθεν θορυβούμενοι ἧσσον ταῖς ναυσὶν ἐς τὴν Μυτιλήνην καταπλεούσαις ἐπιβοηθήσωσιν. [3.26.2] ἡγεῖτο δὲ τῆς ἐσβολῆς ταύτης Κλεομένης ὑπὲρ Παυσανίου τοῦ Πλειστοάνακτος υἱέος βασιλέως ὄντος καὶ νεωτέρου ἔτι, πατρὸς δὲ ἀδελφὸς ὤν. [3.26.3] ἐδῄωσαν δὲ τῆς Ἀττικῆς τά τε πρότερον τετμημένα [καὶ] εἴ τι ἐβεβλαστήκει καὶ ὅσα ἐν ταῖς πρὶν ἐσβολαῖς παρελέλειπτο· καὶ ἡ ἐσβολὴ αὕτη χαλεπωτάτη ἐγένετο τοῖς Ἀθηναίοις μετὰ τὴν δευτέραν. [3.26.4] ἐπιμένοντες γὰρ αἰεὶ ἀπὸ τῆς Λέσβου τι πεύσεσθαι τῶν νεῶν ἔργον ὡς ἤδη πεπεραιωμένων ἐπεξῆλθον τὰ πολλὰ τέμνοντες. ὡς δ᾽ οὐδὲν ἀπέβαινεν αὐτοῖς ὧν προσεδέχοντο καὶ ἐπελελοίπει ὁ σῖτος, ἀνεχώρησαν καὶ διελύθησαν κατὰ πόλεις.
[3.27.1] Οἱ δὲ Μυτιληναῖοι ἐν τούτῳ, ὡς αἵ τε νῆες αὐτοῖς οὐχ ἧκον ἀπὸ τῆς Πελοποννήσου ἀλλὰ ἐνεχρόνιζον καὶ ὁ σῖτος ἐπελελοίπει, ἀναγκάζονται ξυμβαίνειν πρὸς τοὺς Ἀθηναίους διὰ τάδε. [3.27.2] ὁ Σάλαιθος καὶ αὐτὸς οὐ προσδεχόμενος ἔτι τὰς ναῦς ὁπλίζει τὸν δῆμον πρότερον ψιλὸν ὄντα ὡς ἐπεξιὼν τοῖς Ἀθηναίοις· [3.27.3] οἱ δὲ ἐπειδὴ ἔλαβον ὅπλα, οὔτε ἠκροῶντο ἔτι τῶν ἀρχόντων, κατὰ ξυλλόγους τε γιγνόμενοι ἢ τὸν σῖτον ἐκέλευον τοὺς δυνατοὺς φέρειν ἐς τὸ φανερὸν καὶ διανέμειν ἅπασιν, ἢ αὐτοὶ ξυγχωρήσαντες πρὸς Ἀθηναίους ἔφασαν παραδώσειν τὴν πόλιν. [3.28.1] γνόντες δὲ οἱ ἐν τοῖς πράγμασιν οὔτ᾽ ἀποκωλύειν δυνατοὶ ὄντες, εἴ τ᾽ ἀπομονωθήσονται τῆς ξυμβάσεως κινδυνεύσοντες, ποιοῦνται κοινῇ ὁμολογίαν πρός τε Πάχητα καὶ τὸ στρατόπεδον, ὥστε Ἀθηναίοις μὲν ἐξεῖναι βουλεῦσαι περὶ Μυτιληναίων ὁποῖον ἄν τι βούλωνται καὶ τὴν στρατιὰν ἐς τὴν πόλιν δέχεσθαι αὐτούς, πρεσβείαν δὲ ἀποστέλλειν ἐς τὰς Ἀθήνας Μυτιληναίους περὶ ἑαυτῶν· ἐν ὅσῳ δ᾽ ἂν πάλιν ἔλθωσι, Πάχητα μήτε δῆσαι Μυτιληναίων μηδένα μηδὲ ἀνδραποδίσαι μήτε ἀποκτεῖναι. [3.28.2] ἡ μὲν ξύμβασις αὕτη ἐγένετο, οἱ δὲ πράξαντες πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους μάλιστα τῶν Μυτιληναίων περιδεεῖς ὄντες, ὡς ἡ στρατιὰ ἐσῆλθεν, οὐκ ἠνέσχοντο, ἀλλ᾽ ἐπὶ τοὺς βωμοὺς ὅμως καθίζουσιν· Πάχης δ᾽ ἀναστήσας αὐτοὺς ὥστε μὴ ἀδικῆσαι, κατατίθεται ἐς Τένεδον μέχρι οὗ τοῖς Ἀθηναίοις τι δόξῃ. [3.28.3] πέμψας δὲ καὶ ἐς τὴν Ἄντισσαν τριήρεις προσεκτήσατο καὶ τἆλλα τὰ περὶ τὸ στρατόπεδον καθίστατο ᾗ αὐτῷ ἐδόκει.

[3.25.1] Προς το τέλος του ίδιου χειμώνα οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν στην Μυτιλήνη, με πολεμικό, τον Σπαρτιάτη Σάλαιθο. Αποβιβάστηκε στην Πύρρα κι από κει, ακολουθώντας πεζή μια χαράδρα, μπόρεσε να περάσει απαρατήρητος τα πολιορκητικά έργα και να μπει στην Μυτιλήνη όπου είπε στους αρχηγούς ότι ετοιμάζεται εισβολή στην Αττική, ότι θα φτάσουν σύντομα σαράντα καράβια για να τους βοηθήσουν και ότι τον είχαν στείλει τον ίδιο για να τους τ᾽ αναγγείλει και να πάρει όλα τ᾽ αναγκαία μέτρα. [3.25.2] Οι Μυτιληναίοι πήραν θάρρος και είχαν λιγότερη διάθεση να συμβιβαστούν με τους Αθηναίους. Έτσι τέλειωσε ο χειμώνας αυτός και μαζί ο τέταρτος χρόνος του πολέμου που ιστορεί ο Θουκυδίδης.
[3.26.1] Το επόμενο καλοκαίρι, οι Λακεδαιμόνιοι διάταξαν και ξεκίνησαν για την Μυτιλήνη σαράντα δύο καράβια με αρχηγό τον Αλκίδα που ήταν ναύαρχος, κι έκαναν εισβολή στην Αττική μαζί με τους συμμάχους τους, ώστε οι Αθηναίοι, κινδυνεύοντας σε δυο μέτωπα, να δυσκολευτούν να στείλουν πολεμικά για να χτυπήσουν τον στόλο που πήγαινε στην Μυτιλήνη. [3.26.2] Αρχηγός της εισβολής ήταν ο Κλεομένης, θείος του ανήλικου βασιλιά Παυσανία, γιου του Πλειστοάνακτος, από τον πατέρα του. [3.26.3] Λεηλάτησαν όχι μόνο τα όσα είχαν ρημάξει στις προηγούμενες εισβολές και τα όσα είχαν πάλι βλαστήσει, αλλά και τα όσα δεν είχαν ακόμα πειράξει. Η εισβολή αυτή ήταν —εκτός από την δεύτερη— η χειρότερη απ᾽ όλες όσες είχαν υποστεί οι Αθηναίοι [3.26.4] και τούτο επειδή οι Πελοποννήσιοι, περιμένοντας να τους έρθουν πληροφορίες από την δράση του στόλου τους που —καθώς υπολόγιζαν— έπρεπε να είχε φτάσει στην Λέσβο, διατρέχαν όλη την Αττική και λεηλατούσαν τον τόπο. Αλλά επειδή δεν γινόταν τίποτε από όσα περίμεναν, και τα τρόφιμά τους εξαντλήθηκαν, έφυγαν, και η κάθε μονάδα γύρισε στην πατρίδα της.
[3.27.1] Στο μεταξύ οι Μυτιληναίοι, βλέποντας ότι ο στόλος από την Πελοπόννησο δεν ερχόταν, αλλά αργοπορούσε και ότι τους έλειψαν τα τρόφιμα, αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τους Αθηναίους για την ακόλουθη αιτία. [3.27.2] Ο Σάλαιθος, που είχε πάψει κι αυτός να ελπίζει ότι θα έρθει ο στόλος, μοίρασε στον λαό βαρύ οπλισμό —ενώ πριν δεν είχε παρά ελαφριά όπλα— με σκοπό να κάνει έξοδο εναντίον των Αθηναίων. [3.27.3] Ο λαός όμως, μόλις πήρε τα όπλα, δεν άκουγε πια τους άρχοντες, αλλά μαζευόταν ομάδες-ομάδες και ζητούσαν ν᾽ ανοίξουν οι ολιγαρχικοί τις αποθήκες και να μοιράσουν σ᾽ όλους σιτάρι, αλλιώς θα πήγαιναν —είπαν— να συνεννοηθούν μόνοι τους με τους Αθηναίους για να τους παραδώσουν την πολιτεία.
[3.28.1] Οι ολιγαρχικοί που ήσαν στην εξουσία κατάλαβαν ότι δεν θα μπορέσουν να τους εμποδίσουν και ότι αν δεν διαπραγματευτούν κι εκείνοι την συνθηκολόγηση, η θέση τους θα ήταν πολύ επικίνδυνη. Συνθηκολόγησαν, λοιπόν, στ᾽ όνομα ολόκληρου του λαού, με τον Πάχητα και το στρατό του. Όροι ήσαν, οι Αθηναίοι ν᾽ αποφασίσουν ό,τι θέλουν για την τύχη των Μυτιληναίων οι οποίοι δέχονταν να μπει ο αθηναϊκός στρατός στην πόλη τους, αλλά θα έστελναν πρεσβεία στην Αθήνα για να υπερασπίσει την Μυτιλήνη. Έως ότου γυρίσει η πρεσβεία, ο Πάχης δεν θα είχε το δικαίωμα ούτε να φυλακίσει, ούτε να σκοτώσει, ούτε να υποδουλώσει κανέναν. [3.28.2] Αλλά παρά τους όρους αυτούς της συνθηκολόγησης, όσοι από τους Μυτιληναίους είχαν συνεργαστεί με τους Λακεδαιμόνιους, ήσαν φοβισμένοι, και όταν μπήκε ο στρατός μέσα στην πόλη, δεν το βάσταξαν κι έτρεξαν να πέσουν ικέτες στους βωμούς. Ο Πάχης τους υποσχέθηκε να μην τους σκοτώσει, τους έπεισε να σηκωθούν απ᾽ εκεί και τους μετέφερε στην Τένεδο έως ότου πάρουν απόφαση οι Αθηναίοι. [3.28.3] Έστειλε στόλο και στην Άντισσα, όπου έβαλε φρουρά και πήρε όλα τα στρατιωτικά μέτρα που θεωρούσε χρήσιμα.