Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Ἱστορίαι (7.18.1-7.19.5)

[7.18.1] Παρεσκευάζοντο δὲ καὶ τὴν ἐς τὴν Ἀττικὴν ἐσβολὴν οἱ Λακεδαιμόνιοι, ὥσπερ τε προυδέδοκτο αὐτοῖς καὶ τῶν Συρακοσίων καὶ Κορινθίων ἐναγόντων, ἐπειδὴ ἐπυνθάνοντο τὴν ἀπὸ τῶν Ἀθηναίων βοήθειαν ἐς τὴν Σικελίαν, ὅπως δὴ ἐσβολῆς γενομένης διακωλυθῇ. καὶ ὁ Ἀλκιβιάδης προσκείμενος ἐδίδασκε τὴν Δεκέλειαν τειχίζειν καὶ μὴ ἀνιέναι τὸν πόλεμον. [7.18.2] μάλιστα δὲ τοῖς Λακεδαιμονίοις ἐγεγένητό τις ῥώμη, διότι τοὺς Ἀθηναίους ἐνόμιζον διπλοῦν τὸν πόλεμον ἔχοντας, πρός τε σφᾶς καὶ Σικελιώτας, εὐκαθαιρετωτέρους ἔσεσθαι, καὶ ὅτι τὰς σπονδὰς προτέρους λελυκέναι ἡγοῦντο αὐτούς· ἐν γὰρ τῷ προτέρῳ πολέμῳ σφέτερον τὸ παρανόμημα μᾶλλον γενέσθαι, ὅτι τε ἐς Πλάταιαν ἦλθον Θηβαῖοι ἐν σπονδαῖς, καὶ εἰρημένον ἐν ταῖς πρότερον ξυνθήκαις ὅπλα μὴ ἐπιφέρειν, ἢν δίκας ἐθέλωσι διδόναι, αὐτοὶ οὐχ ὑπήκουον ἐς δίκας προκαλουμένων τῶν Ἀθηναίων. καὶ διὰ τοῦτο εἰκότως δυστυχεῖν τε ἐνόμιζον, καὶ ἐνεθυμοῦντο τήν τε περὶ Πύλον ξυμφορὰν καὶ εἴ τις ἄλλη αὐτοῖς ἐγένετο. [7.18.3] ἐπειδὴ δὲ οἱ Ἀθηναῖοι ταῖς τριάκοντα ναυσὶν ἐξ Ἄργους ὁρμώμενοι Ἐπιδαύρου τέ τι καὶ Πρασιῶν καὶ ἄλλα ἐδῄωσαν καὶ ἐκ Πύλου ἅμα ἐλῃστεύοντο, καὶ ὁσάκις περί του διαφοραὶ γένοιντο τῶν κατὰ τὰς σπονδὰς ἀμφισβητουμένων, ἐς δίκας προκαλουμένων τῶν Λακεδαιμονίων οὐκ ἤθελον ἐπιτρέπειν, τότε δὴ οἱ Λακεδαιμόνιοι νομίσαντες τὸ παρανόμημα, ὅπερ καὶ σφίσι πρότερον ἡμάρτητο, αὖθις ἐς τοὺς Ἀθηναίους τὸ αὐτὸ περιεστάναι, πρόθυμοι ἦσαν ἐς τὸν πόλεμον. [7.18.4] καὶ ἐν τῷ χειμῶνι τούτῳ σίδηρόν τε περιήγγελλον κατὰ τοὺς ξυμμάχους καὶ τἆλλα ἐργαλεῖα ἡτοίμαζον ἐς τὸν ἐπιτειχισμόν, καὶ τοῖς ἐν τῇ Σικελίᾳ ἅμα ὡς ἀποπέμψοντες ἐν ταῖς ὁλκάσιν ἐπικουρίαν αὐτοί τε ἐπόριζον καὶ τοὺς ἄλλους Πελοποννησίους προσηνάγκαζον. καὶ ὁ χειμὼν ἐτελεύτα, καὶ ὄγδοον καὶ δέκατον ἔτος τῷ πολέμῳ ἐτελεύτα τῷδε ὃν Θουκυδίδης ξυνέγραψεν.
[7.19.1] Τοῦ δ᾽ ἐπιγιγνομένου ἦρος εὐθὺς ἀρχομένου πρωίτατα δὴ οἱ Λακεδαιμόνιοι καὶ οἱ ξύμμαχοι ἐς τὴν Ἀττικὴν ἐσέβαλον· ἡγεῖτο δὲ Ἆγις ὁ Ἀρχιδάμου Λακεδαιμονίων βασιλεύς. καὶ πρῶτον μὲν τῆς χώρας τὰ περὶ τὸ πεδίον ἐδῄωσαν, ἔπειτα Δεκέλειαν ἐτείχιζον, κατὰ πόλεις διελόμενοι τὸ ἔργον. [7.19.2] ἀπέχει δὲ ἡ Δεκέλεια σταδίους μάλιστα τῆς τῶν Ἀθηναίων πόλεως εἴκοσι καὶ ἑκατόν, παραπλήσιον δὲ καὶ οὐ πολλῷ πλέον καὶ ἀπὸ τῆς Βοιωτίας. ἐπὶ δὲ τῷ πεδίῳ καὶ τῆς χώρας τοῖς κρατίστοις ἐς τὸ κακουργεῖν ᾠκοδομεῖτο τὸ τεῖχος, ἐπιφανὲς μέχρι τῆς τῶν Ἀθηναίων πόλεως. [7.19.3] καὶ οἱ μὲν ἐν τῇ Ἀττικῇ Πελοποννήσιοι καὶ οἱ ξύμμαχοι ἐτείχιζον, οἱ δ᾽ ἐν τῇ Πελοποννήσῳ ἀπέστελλον περὶ τὸν αὐτὸν χρόνον ταῖς ὁλκάσι τοὺς ὁπλίτας ἐς τὴν Σικελίαν, Λακεδαιμόνιοι μὲν τῶν τε Εἱλώτων ἐπιλεξάμενοι τοὺς βελτίστους καὶ τῶν νεοδαμώδων, ξυναμφοτέρων ἐς ἑξακοσίους ὁπλίτας, καὶ Ἔκκριτον Σπαρτιάτην ἄρχοντα, Βοιωτοὶ δὲ τριακοσίους ὁπλίτας, ὧν ἦρχον Ξένων τε καὶ Νίκων Θηβαῖοι καὶ Ἡγήσανδρος Θεσπιεύς. [7.19.4] οὗτοι μὲν οὖν ἐν τοῖς πρῶτοι ὁρμήσαντες ἀπὸ τοῦ Ταινάρου τῆς Λακωνικῆς ἐς τὸ πέλαγος ἀφῆκαν· μετὰ δὲ τούτους Κορίνθιοι οὐ πολλῷ ὕστερον πεντακοσίους ὁπλίτας, τοὺς μὲν ἐξ αὐτῆς Κορίνθου, τοὺς δὲ προσμισθωσάμενοι Ἀρκάδων, καὶ ἄρχοντα Ἀλέξαρχον Κορίνθιον προστάξαντες ἀπέπεμψαν. ἀπέστειλαν δὲ καὶ Σικυώνιοι διακοσίους ὁπλίτας ὁμοῦ τοῖς Κορινθίοις, ὧν ἦρχε Σαργεὺς Σικυώνιος. [7.19.5] αἱ δὲ πέντε καὶ εἴκοσι νῆες τῶν Κορινθίων αἱ τοῦ χειμῶνος πληρωθεῖσαι ἀνθώρμουν ταῖς ἐν τῇ Ναυπάκτῳ εἴκοσιν Ἀττικαῖς, ἕωσπερ αὐτοῖς οὗτοι οἱ ὁπλῖται ταῖς ὁλκάσιν ἀπὸ τῆς Πελοποννήσου ἀπῆραν· οὗπερ ἕνεκα καὶ τὸ πρῶτον ἐπληρώθησαν, ὅπως μὴ οἱ Ἀθηναῖοι πρὸς τὰς ὁλκάδας μᾶλλον ἢ πρὸς τὰς τριήρεις τὸν νοῦν ἔχωσιν.

[7.18.1] Οι Λακεδαιμόνιοι ετοιμάζονταν και για εισβολή στην Αττική, όπως είχαν αποφασίσει, αλλά και όπως τους το ζητούσαν οι Συρακούσιοι και οι Κορίνθιοι, οι οποίοι είχαν πληροφορηθεί ότι οι Αθηναίοι θα έστελναν βοήθεια στην Σικελία και ήθελαν, με την εισβολή, να τους εμποδίσουν. Και ο Αλκιβιάδης τους πίεζε συνεχώς να οχυρώσουν την Δεκέλεια και να μην χαλαρώσουν τον πόλεμο. [7.18.2] Αλλά περισσότερο από όλα οι Λακεδαιμόνιοι είχαν πολύ αναθαρρήσει γιατί θεωρούσαν ότι θα ήταν ευκολότερο να νικηθούν οι Αθηναίοι που είχαν, τώρα, διπλό πόλεμο και εναντίον τους και εναντίον των Σικελιωτών. Θεωρούσαν άλλωστε ότι οι Αθηναίοι, πρώτοι είχαν παραβεί την συνθήκη ειρήνης. Στον προηγούμενο πόλεμο, όμως, αυτοί μάλλον ήσαν οι παραβάτες, γιατί όχι μόνο οι Θηβαίοι είχαν χτυπήσει την Πλάταια σε καιρό ειρήνης, αλλά αυτοί οι ίδιοι είχαν αρνηθεί την διαιτησία που πρότειναν οι Αθηναίοι, ενώ η παλαιότερη συνθήκη προέβλεπε κανείς να μην κάνει ένοπλη επίθεση, αν ο αντίδικος ήταν πρόθυμος για διαιτησία. Γι᾽ αυτό και θεωρούσαν ότι ήσαν δικαιολογημένες οι συμφορές που είχαν πάθει και θυμόνταν την συμφορά της Πύλου και όσες άλλες τους είχαν τύχει. [7.18.3] Αλλά τώρα που οι Αθηναίοι (εξορμώντας από το Αργός με τα τριάντα τους καράβια) είχαν ρημάξει ένα μέρος της Επιδαυρίας και τις Πρασιές, εξακολουθούσαν να κάνουν επιδρομές από την Πύλο και, κάθε φορά που υπήρχε μια διαφορά σχετικά με την συνθήκη ειρήνης, οι Αθηναίοι αρνιόνταν την διαιτησία που πρότειναν οι Λακεδαιμόνιοι και οι Σπαρτιάτες θεωρούσαν ότι ενώ στον προηγούμενο πόλεμο αυτοί είχαν παρανομήσει, τώρα παρανομούσαν οι Αθηναίοι. Γι᾽ αυτό και οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν προθυμότεροι για πόλεμο. [7.18.4] Τον χειμώνα εκείνο παράγγελναν στους συμμάχους τους να τους στείλουν σίδερο κι ετοίμαζαν όσα άλλα εργαλεία είναι αναγκαία για να χτιστεί τείχος. Ταυτόχρονα συγκέντρωναν οι ίδιοι στρατό για να τον στείλουν, με τα φορτηγά, βοήθεια στην Σικελία κι ανάγκαζαν τους άλλους Πελοποννησίους να βοηθήσουν. Τέλειωσε ο χειμώνας και μαζί του ο δέκατος όγδοος χρόνος του πολέμου τον οποίο ιστορεί ο Θουκυδίδης.
[7.19.1] Μόλις άρχιζε η επομένη άνοιξη, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους, έκαναν εισβολή στην Αττική. Αρχηγός τους ήταν ο Άγις του Αρχιδάμου, βασιλεύς των Λακεδαιμονίων. Αφού ρήμαξαν την χώρα από την μεριά της πεδιάδας, άρχισαν να οχυρώνουν την Δεκέλεια, μοιράζοντας την εργασία στις διάφορες μονάδες. [7.19.2] Η Δεκέλεια απέχει από την Αθήνα περίπου εκατόν είκοσι στάδια. Τόσο απέχει, και ίσως κάτι περισσότερο, από την Βοιωτία. Έχτιζαν το τείχος σε σημείο που δέσποζε σ᾽ όλη την πεδιάδα και ήταν σε μέρος κατάλληλο για να γίνονται καταστροφές στα ευφορότερα μέρη. Το οχύρωμα φαινόταν κι από την Αθήνα. [7.19.3] Ενώ οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοί τους που ήσαν στην Αττική τείχιζαν την Δεκέλεια, οι άλλοι, από την Πελοπόννησο, περίπου την ίδια εποχή, έστελναν με φορτηγά οπλίτες στην Σικελία. Οι Λακεδαιμόνιοι είχαν διαλέξει τους καλύτερους από τους είλωτες και τους νεοδαμώδεις (εξακόσιους όλους μαζί) με αρχηγό τον Σπαρτιάτη Έκκριτο. Οι Βοιωτοί τριακόσιους οπλίτες με αρχηγούς τους Θηβαίους Ξένωνα και Νίκωνα και τον Θεσπιέα Ηγήσανδρο. [7.19.4] Αυτοί έφυγαν από τους πρώτους από το Ταίναρο και ανοίχτηκαν στο πέλαγος. Λίγο αργότερα, οι Κορίνθιοι έστειλαν πεντακόσιους οπλίτες, μερικούς από την ίδια την Κόρινθο και άλλους, μισθοφόρους, από την Αρκαδία. Αρχηγός τους ήταν ο Κορίνθιος Αλέξαρχος. Μαζί με τους Κορινθίους έστειλαν και οι Σικυώνιοι διακόσιους οπλίτες με αρχηγό τον Σαργέα από την Σικυώνα. [7.19.5] Τα είκοσι πέντε κορινθιακά πολεμικά που είχαν ετοιμαστεί τον χειμώνα, επιτηρούσαν τα είκοσι αθηναϊκά καράβια που ήσαν στην Ναύπακτο, έως ότου φύγουν από την Πελοπόννησο τα φορτηγά με τους οπλίτες. Για τον σκοπό αυτόν άλλωστε είχαν ετοιμαστεί, ώστε η προσοχή των Αθηναίων να στρέφεται περισσότερο προς τα πολεμικά και όχι στα φορτηγά.