Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΗΡΟΔΟΤΟΣ

Ἱστορίαι (1.69.1-1.71.4)

[1.69.1] Ταῦτα δὴ ὦν πάντα πυνθανόμενος ὁ Κροῖσος ἔπεμπε ἐς Σπάρτην ἀγγέλους δῶρά τε φέροντας καὶ δεησομένους συμμαχίης, ἐντειλάμενός τε τὰ λέγειν χρῆν. οἱ δὲ ἐλθόντες ἔλεγον· [1.69.2] Ἔπεμψε ἡμέας Κροῖσος ὁ Λυδῶν τε καὶ ἄλλων ἐθνέων βασιλεύς, λέγων τάδε· Ὦ Λακεδαιμόνιοι, χρήσαντος τοῦ θεοῦ τὸν Ἕλληνα φίλον προσθέσθαι, ὑμέας γὰρ πυνθάνομαι προεστάναι τῆς Ἑλλάδος, ὑμέας ὦν κατὰ τὸ χρηστήριον προκαλέομαι φίλος τε θέλων γενέσθαι καὶ σύμμαχος ἄνευ τε δόλου καὶ ἀπάτης. [1.69.3] Κροῖσος μὲν δὴ ταῦτα δι᾽ ἀγγέλων ἐπεκηρυκεύετο, Λακεδαιμόνιοι δὲ ἀκηκοότες καὶ αὐτοὶ τὸ θεοπρόπιον τὸ Κροίσῳ γενόμενον ἥσθησάν τε τῇ ἀπίξι τῶν Λυδῶν καὶ ἐποιήσαντο ὅρκια ξεινίης πέρι καὶ συμμαχίης· καὶ γάρ τινες αὐτοὺς εὐεργεσίαι εἶχον ἐκ Κροίσου πρότερον ἔτι γεγονυῖαι. [1.69.4] πέμψαντες γὰρ οἱ Λακεδαιμόνιοι ἐς Σάρδις χρυσὸν ὠνέοντο, ἐς ἄγαλμα βουλόμενοι χρήσασθαι τοῦτο τὸ νῦν τῆς Λακωνικῆς ἐν Θόρνακι ἵδρυται Ἀπόλλωνος, Κροῖσος δέ σφι ὠνεομένοισι ἔδωκε δωτίνην.
[1.70.1] Τούτων τε ὦν εἵνεκεν οἱ Λακεδαιμόνιοι τὴν συμμαχίην ἐδέξαντο, καὶ ὅτι ἐκ πάντων σφέας προκρίνας Ἑλλήνων αἱρέετο φίλους. καὶ τοῦτο μὲν αὐτοὶ ἦσαν ἕτοιμοι ἐπαγγείλαντι, τοῦτο δὲ ποιησάμενοι κρητῆρα χάλκεον ζῳδίων τε ἔξωθεν πλήσαντες περὶ τὸ χεῖλος καὶ μεγάθεϊ τριηκοσίους ἀμφορέας χωρέοντα ἦγον, δῶρον βουλόμενοι ἀντιδοῦναι Κροίσῳ. [1.70.2] οὗτος ὁ κρητὴρ οὐκ ἀπίκετο ἐς Σάρδις δι᾽ αἰτίας διφασίας λεγομένας τάσδε· οἱ μὲν Λακεδαιμόνιοι λέγουσι ὡς, ἐπείτε ἀγόμενος ἐς τὰς Σάρδις ὁ κρητὴρ ἐγίνετο κατὰ τὴν Σαμίην, πυθόμενοι Σάμιοι ἀπελοίατο αὐτὸν νηυσὶ μακρῇσι ἐπιπλώσαντες· [1.70.3] αὐτοὶ δὲ Σάμιοι λέγουσι ὡς, ἐπείτε ὑστέρησαν οἱ ἄγοντες τῶν Λακεδαιμονίων τὸν κρητῆρα, ἐπυνθάνοντο δὲ Σάρδις τε καὶ Κροῖσον ἡλωκέναι, ἀπέδοντο τὸν κρητῆρα ἐν Σάμῳ, ἰδιώτας δὲ ἄνδρας πριαμένους ἀναθεῖναί μιν ἐς τὸ Ἥραιον· τάχα δὲ ἂν καὶ οἱ ἀποδόμενοι λέγοιεν ἀπικόμενοι ἐς Σπάρτην, ὡς ἀπαιρεθείησαν ὑπὸ Σαμίων.
[1.71.1] Κατὰ μέν νυν τὸν κρητῆρα οὕτως ἔσχε, Κροῖσος δὲ ἁμαρτὼν τοῦ χρησμοῦ ἐποιέετο στρατηίην ἐς Καππαδοκίην, ἐλπίσας καταιρήσειν Κῦρόν τε καὶ τὴν Περσέων δύναμιν. [1.71.2] παρασκευαζομένου δὲ Κροίσου στρατεύεσθαι ἐπὶ Πέρσας, τῶν τις Λυδῶν νομιζόμενος καὶ πρόσθε εἶναι σοφός, ἀπὸ δὲ ταύτης τῆς γνώμης καὶ τὸ κάρτα οὔνομα ἐν Λυδοῖσι ἔχων, συνεβούλευσε Κροίσῳ τάδε· οὔνομά οἱ ἦν Σάνδανις· Ὦ βασιλεῦ, ἐπ᾽ ἄνδρας τοιούτους στρατεύεσθαι παρασκευάζεαι, οἳ σκυτίνας μὲν ἀναξυρίδας, σκυτίνην δὲ τὴν ἄλλην ἐσθῆτα φορέουσι, σιτέονται δὲ οὐκ ὅσα ἐθέλουσι, ἀλλ᾽ ὅσα ἔχουσι, χώρην ἔχοντες τρηχέαν. [1.71.3] πρὸς δὲ οὐκ οἴνῳ διαχρέωνται, ἀλλὰ ὑδροποτέουσι, οὐ σῦκα δὲ ἔχουσι τρώγειν, οὐκ ἄλλο ἀγαθὸν οὐδέν. τοῦτο μὲν δή, εἰ νικήσεις, τί σφεας ἀπαιρήσεαι, τοῖσί γε μὴ ἔστι μηδέν; τοῦτο δέ, ἢν νικηθῇς, μάθε ὅσα ἀγαθὰ ἀποβαλέεις. γευσάμενοι γὰρ τῶν ἡμετέρων ἀγαθῶν περιέξονται οὐδὲ ἀπωστοὶ ἔσονται. [1.71.4] ἐγὼ μέν νυν θεοῖσι ἔχω χάριν, οἳ οὐκ ἐπὶ νόον ποιέουσι Πέρσῃσι στρατεύεσθαι ἐπὶ Λυδούς. ταῦτα λέγων οὐκ ἔπειθε τὸν Κροῖσον. Πέρσῃσι γάρ, πρὶν Λυδοὺς καταστρέψασθαι, ἦν οὔτε ἁβρὸν οὔτε ἀγαθὸν οὐδέν.

[1.69.1] Πληροφορημένος λοιπόν για όλα αυτά ο Κροίσος έστελνε στη Σπάρτη αγγελιοφόρους με δώρα να ζητήσουν συμμαχία, παραγγέλλοντάς τους από πριν τί έπρεπε να πουν. Και όταν αυτοί έφτασαν στον προορισμό τους, έλεγαν: [1.69.2] «Μας έστειλε ο Κροίσος, ο βασιλιάς των Λυδών κι άλλων λαών, με τις εξής παραγγελίες· Λακεδαιμόνιοι, ύστερα από χρησμό του θεού να πάρω με το μέρος μου Έλληνες φίλους, αφού μαθαίνω ότι εσείς είστε οι πρώτοι της Ελλάδος, εσάς και προσκαλώ σύμφωνα με το χρησμό του θεού, επιθυμώντας να γίνω φίλος και σύμμαχός σας, δίχως απάτη και δόλο». [1.69.3] Ο Κροίσος αυτά παράγγελνε με τους κήρυκές του, και οι Λακεδαιμόνιοι, που είχαν ακούσει και οι ίδιοι το χρησμό που πήρε ο Κροίσος, χάρηκαν με τον ερχομό των Λυδών και έκλεισαν όρκους φιλοξενίας και συμμαχίας. Γιατί τους υποχρέωναν κιόλας κάποιες ευεργεσίες του Κροίσου προηγούμενες. [1.69.4] Έστειλαν δηλαδή οι Λακεδαιμόνιοι κάποτε ανθρώπους τους στις Σάρδεις, γιατί ήθελαν να αγοράσουν χρυσό που σκόπευαν να τον χρησιμοποιήσουν για το άγαλμα του Απόλλωνα, αυτό που είναι τώρα στον Θόρνακα της Λακωνίας· και ο Κροίσος, ενώ αυτοί πήγαν να το αγοράσουν, τους το έδωσε χάρισμα.
[1.70.1] Γι᾽ αυτόν λοιπόν το λόγο οι Λακεδαιμόνιοι δέχτηκαν τη συμμαχία, και γιατί ο Κροίσος αυτούς ξεχώρισε ανάμεσα απ᾽ όλους τους Έλληνες και τους διάλεξε για φίλους. Έτσι ήσαν έτοιμοι να τον βοηθήσουν, όταν θα τους το μηνούσε, ενώ παράλληλα έφτιαξαν έναν κρατήρα χάλκινο, που από την έξω μεριά τον γέμισαν γύρω στα χείλη με παραστάσεις κάθε λογής, μεγάλον να χωρά τριακόσιους αμφορείς, και του τον έστειλαν, θέλοντας να τον προσφέρουν του Κροίσου αντιχάρισμα. [1.70.2] Αυτός ο κρατήρας δεν έφτασε στις Σάρδεις, για δύο, διαφορετικούς όπως τους λεν, λόγους: οι Λακεδαιμόνιοι λένε πως ταξιδεύοντας ο κρατήρας για τις Σάρδεις, όταν έφτασε στα νερά της Σάμου, τον πήραν είδηση οι Σάμιοι και ορμώντας με τα μακριά τους καράβια τον άρπαξαν. [1.70.3] Οι ίδιοι όμως οι Σάμιοι λένε ότι, επειδή καθυστέρησαν οι Λακεδαιμόνιοι που συνόδευαν τον κρατήρα και πληροφορήθηκαν πως και οι Σάρδεις και ο Κροίσος είχαν πέσει στα χέρια του Κύρου, πούλησαν τον κρατήρα στη Σάμο, και κάποιοι άγνωστοι που τον αγόρασαν, τον αφιέρωσαν στο ιερό της Ήρας. Και ίσως εκείνοι που τον πούλησαν, όταν έφτασαν στη Σπάρτη, είπαν πως τους τον άρπαξαν οι Σάμιοι.
[1.71.1] Για τον κρατήρα έτσι έχει το πράγμα. Ο Κροίσος ωστόσο, επειδή έπεσε έξω στην εκτίμηση του χρησμού, κινούσε το στρατό του εναντίον της Καππαδοκίας με την ελπίδα ότι θα ανατρέψει τον Κύρο και τη δύναμη των Περσών. [1.71.2] Ενώ όμως ο Κροίσος έκανε ετοιμασίες για να εκστρατεύσει εναντίον των Περσών, κάποιος Λυδός (που και πρώτα περνούσε για σοφός, ύστερα όμως από αυτή του τη γνώμη, πιο πολύ ακούστηκε το όνομά του ανάμεσα στους Λυδούς) συμβούλευσε στον Κροίσο τα ακόλουθα — το όνομά του ήταν Σάνδανης: «Βασιλιά μου, ετοιμάζεσαι να κινήσεις το στρατό σου για να χτυπήσεις τέτοιους άνδρες, που τα παντελόνια και τα άλλα ρούχα που φορούν είναι από δέρμα, που τρων όχι όσο θέλουν αλλά όσο έχουν, και κατοικούν χώρα τραχιά. [1.71.3] Κι ακόμη δεν πίνουν κρασί αλλά νερό, κι ούτε σύκα δεν έχουν να φάνε μήτε κανένα άλλο αγαθό. Λοιπόν αν τους νικήσεις, τί έχεις να τους πάρεις, αυτών που δεν έχουν τίποτε; Αντίθετα όμως, αν νικηθείς, στοχάσου πόσα αγαθά θα χάσεις· γιατί όταν δοκιμάσουν αυτοί τα δικά μας αγαθά, θα μας φορτωθούν και δε θα μπορέσουμε πια να τους διώξουμε. [1.71.4] Εγώ, πώς να το πω, ευχαριστώ τους θεούς που δεν έβαλαν στο μυαλό των Περσών την ιδέα να εκστρατεύσουν εναντίον των Λυδών». Αυτά είπε, όμως δεν έπειθε τον Κροίσο. Πράγματι οι Πέρσες πριν υποτάξουν τους Λυδούς, δεν είχαν καμιά καλοπέραση ούτε ζωή της ανθρωπιάς.