Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΠΛΑΤΩΝ

Πρωταγόρας (334c-335c)

Εἰπόντος οὖν ταῦτα αὐτοῦ οἱ παρόντες ἀνεθορύβησαν ὡς εὖ λέγοι, καὶ ἐγὼ εἶπον· Ὦ Πρωταγόρα, ἐγὼ τυγχάνω ἐπιλήσμων τις ὢν ἄνθρωπος, καὶ ἐάν τίς μοι μακρὰ λέγῃ, [334d] ἐπιλανθάνομαι περὶ οὗ ἂν ᾖ ὁ λόγος. ὥσπερ οὖν εἰ ἐτύγχανον ὑπόκωφος ὤν, ᾤου ἂν χρῆναι, εἴπερ ἔμελλές μοι διαλέξεσθαι, μεῖζον φθέγγεσθαι ἢ πρὸς τοὺς ἄλλους, οὕτω καὶ νῦν, ἐπειδὴ ἐπιλήσμονι ἐνέτυχες, σύντεμνέ μοι τὰς ἀποκρίσεις καὶ βραχυτέρας ποίει, εἰ μέλλω σοι ἕπεσθαι.
Πῶς οὖν κελεύεις με βραχέα ἀποκρίνεσθαι; ἢ βραχύτερά σοι, ἔφη, ἀποκρίνωμαι ἢ δεῖ;
Μηδαμῶς, ἦν δ᾽ ἐγώ.
Ἀλλ᾽ ὅσα δεῖ; ἔφη.
[334e] Ναί, ἦν δ᾽ ἐγώ.
Πότερα οὖν ὅσα ἐμοὶ δοκεῖ δεῖν ἀποκρίνεσθαι, τοσαῦτά σοι ἀποκρίνωμαι, ἢ ὅσα σοί;
Ἀκήκοα γοῦν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὅτι σὺ οἷός τ᾽ εἶ καὶ αὐτὸς καὶ ἄλλον διδάξαι περὶ τῶν αὐτῶν καὶ μακρὰ λέγειν, ἐὰν βούλῃ, οὕτως ὥστε τὸν λόγον μηδέποτε ἐπιλιπεῖν, καὶ αὖ βραχέα [335a] οὕτως ὥστε μηδένα σοῦ ἐν βραχυτέροις εἰπεῖν· εἰ οὖν μέλλεις ἐμοὶ διαλέξεσθαι, τῷ ἑτέρῳ χρῶ τρόπῳ πρός με, τῇ βραχυλογίᾳ.
Ὦ Σώκρατες, ἔφη, ἐγὼ πολλοῖς ἤδη εἰς ἀγῶνα λόγων ἀφικόμην ἀνθρώποις, καὶ εἰ τοῦτο ἐποίουν ὃ σὺ κελεύεις, ὡς ὁ ἀντιλέγων ἐκέλευέν με διαλέγεσθαι, οὕτω διελεγόμην, οὐδενὸς ἂν βελτίων ἐφαινόμην οὐδ᾽ ἂν ἐγένετο Πρωταγόρου ὄνομα ἐν τοῖς Ἕλλησιν.
Καὶ ἐγώ —ἔγνων γὰρ ὅτι οὐκ ἤρεσεν αὐτὸς αὑτῷ ταῖς [335b] ἀποκρίσεσιν ταῖς ἔμπροσθεν, καὶ ὅτι οὐκ ἐθελήσοι ἑκὼν εἶναι ἀποκρινόμενος διαλέγεσθαι— ἡγησάμενος οὐκέτι ἐμὸν ἔργον εἶναι παρεῖναι ἐν ταῖς συνουσίαις, Ἀλλά τοι, ἔφην, ὦ Πρωταγόρα, οὐδ᾽ ἐγὼ λιπαρῶς ἔχω παρὰ τὰ σοὶ δοκοῦντα τὴν συνουσίαν ἡμῖν γίγνεσθαι, ἀλλ᾽ ἐπειδὰν σὺ βούλῃ διαλέγεσθαι ὡς ἐγὼ δύναμαι ἕπεσθαι, τότε σοι διαλέξομαι. σὺ μὲν γάρ, ὡς λέγεται περὶ σοῦ, φῂς δὲ καὶ αὐτός, καὶ ἐν μακρολογίᾳ καὶ ἐν βραχυλογίᾳ οἷός τ᾽ εἶ συνουσίας ποιεῖσθαι [335c] —σοφὸς γὰρ εἶ— ἐγὼ δὲ τὰ μακρὰ ταῦτα ἀδύνατος, ἐπεὶ ἐβουλόμην ἂν οἷός τ᾽ εἶναι. ἀλλὰ σὲ ἐχρῆν ἡμῖν συγχωρεῖν τὸν ἀμφότερα δυνάμενον, ἵνα ἡ συνουσία ἐγίγνετο· νῦν δὲ ἐπειδὴ οὐκ ἐθέλεις καὶ ἐμοί τις ἀσχολία ἐστὶν καὶ οὐκ ἂν οἷός τ᾽ εἴην σοι παραμεῖναι ἀποτείνοντι μακροὺς λόγους —ἐλθεῖν γάρ ποί με δεῖ— εἶμι· ἐπεὶ καὶ ταῦτ᾽ ἂν ἴσως οὐκ ἀηδῶς σου ἤκουον.

Γ. ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ.
Ο Σωκράτης δηλώνει ότι αδυνατεί να συνεχίσει τη συζήτηση.
Τα λόγια του αυτά ξεσήκωσαν τις επιδοκιμασίες των ακροατών, γιατί μίλησε όμορφα· όσο για μένα, είπα: Πρωταγόρα, έχω το ελάττωμα να ᾽χω μνήμη αδύνατη, κι αν κάποιος μου πει κάπως περισσότερα, [334d] ξεχνώ το θέμα πάνω στο οποίο συζητούμε. Πες λοιπόν πως είχα το ατύχημα να είμαι βαρήκοος· δε νομίζεις ότι θα ᾽πρεπε να υψώσεις περισσότερο τη φωνή σου, αν ήταν να συζητήσεις μαζί μου, απ᾽ όσο αν συζητούσες με άλλους; Ε λοιπόν, έτσι και τώρα, επειδή έπεσες σε ξεχασιάρη, κάνε πιο κοφτές και πιο σύντομες τις απαντήσεις σου, σε παρακαλώ, για να μπορώ να σε παρακολουθήσω.
Τί λογής σύντομες απαντήσεις θα ήθελες να σου δίνω; Μήπως να σου απαντώ πιο σύντομα απ᾽ όσο χρειάζεται;
Κάθε άλλο, του είπα.
Αλλά όσο χρειάζεται; είπε.
[334e] Ναι, του είπα.
Μια στιγμή· στις απαντήσεις μου να σου απαντώ με όσα κατά τη δική μου γνώμη είναι απαραίτητα ή όσα κατά τη δική σου;
Αν δε γελιέμαι, του είπα, έχω ακούσει ότι εσύ και ο ίδιος είσαι ικανός, αλλά και άλλον μπορείς να διδάξεις, πάνω στο ίδιο θέμα και πολλά να λες —αν θέλεις— έτσι που ο λόγος σου να μη στερεύει ποτέ, και, αντίθετα, λίγα, [335a] έτσι που κανείς να μην μπορεί να μιλά πιο σύντομα από σένα· αν λοιπόν έχεις διάθεση να συζητήσεις μαζί μου, χρησιμοποίησε αυτό τον τελευταίο τρόπο, τη συντομία.
Σωκράτη, εγώ πολλές φορές ώς σήμερα αντιμετώπισα ανθρώπους σε αγώνα λόγων· αν λοιπόν έκανα αυτό που μου ζητάς εσύ, δηλαδή να συζητώ όπως το επιθυμούσε ο αντίπαλος, δε θα με θεωρούσαν ανώτερο από κανένα κι ούτε η φήμη του Πρωταγόρα θα γέμιζε την Ελλάδα.
Τότε κατάλαβα ότι δεν έμεινε ικανοποιημένος από τον εαυτό του [335b] για τις προηγούμενες απαντήσεις του και δε θα δεχτεί πρόθυμα να συνεχίσει τη συζήτηση απαντώντας σε ερωτήσεις· γι᾽ αυτό λοιπόν σκέφτηκα ότι δεν έχω πια θέση στη συγκέντρωση και είπα: Πίστεψέ με, Πρωταγόρα, ούτε εγώ επιμένω να συνεχιστεί η συζήτησή μας, μια και οι απόψεις σου είναι αντίθετες· μόνο όταν δεχτείς να συζητήσεις μαζί μου έτσι που να μπορώ να σε παρακολουθώ, τότε θα συζητήσω μαζί σου. Γιατί εσύ βέβαια, όπως λένε οι άλλοι για σένα και το υποστηρίζεις κι ο ίδιος, είσαι ικανός και για μακρόλογες και για σύντομες συζητήσεις, [335c] αφού είσαι σοφός· εγώ όμως δεν μπορώ να πάρω μέρος σε τέτοιες μακρόλογες συζητήσεις — μακάρι να μπορούσα! Αλλά εσύ, που μπορείς και με τον ένα και με τον άλλο τρόπο, είχες υποχρέωση να μας κάμεις κάποια παραχώρηση, για να μπορεί να συνεχιστεί η συζήτηση. Τώρα όμως κι εσύ δε συμφωνείς κι εγώ έχω κάποιαν υπόθεση, και έτσι δεν έχω καιρό να κάθομαι να σ᾽ ακούω να εκφωνείς λόγους που τραβούν σε μάκρος — αλήθεια, πρέπει κάπου να πάω· λοιπόν σ᾽ αφήνω· αλλιώς —ούτε λόγος— με πολλή ευχαρίστηση θα τ᾽ άκουα κι αυτά από σένα.