Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Ἑλένη (386-436)


ΜΕΝΕΛΑΟΣ
ὦ τὰς τεθρίππους Οἰνομάωι Πῖσαν κάτα
Πέλοψ ἁμίλλας ἐξαμιλληθείς ποτε,
εἴθ᾽ ὤφελες †τόθ᾽ [ἡνίκ᾽ ἔρανον εἰς θεοὺς
πεισθεὶς ἐποίεις] ἐν θεοῖς† λιπεῖν βίον,
390πρὶν τὸν ἐμὸν Ἀτρέα πατέρα γεννῆσαί ποτε,
ὃς ἐξέφυσεν Ἀερόπης λέκτρων ἄπο
Ἀγαμέμνον᾽ ἐμέ τε Μενέλεων, κλεινὸν ζυγόν.
πλεῖστον γὰρ οἶμαι—καὶ τόδ᾽ οὐ κόμπωι λέγω—
στράτευμα κώπηι διορίσαι Τροίαν ἔπι,
395τύραννος οὐδὲ πρὸς βίαν στρατηλατῶν,
ἑκοῦσι δ᾽ ἄρξας Ἑλλάδος νεανίαις.
καὶ τοὺς μὲν οὐκέτ᾽ ὄντας ἀριθμῆσαι πάρα,
τοὺς δ᾽ ἐκ θαλάσσης ἀσμένους πεφευγότας,
νεκρῶν φέροντας ὀνόματ᾽ εἰς οἴκους πάλιν.
400ἐγὼ δ᾽ ἐπ᾽ οἶδμα πόντιον γλαυκῆς ἁλὸς
τλήμων ἀλῶμαι χρόνον ὅσονπερ Ἰλίου
πύργους ἔπερσα, κἀς πάτραν χρήιζων μολεῖν
οὐκ ἀξιοῦμαι τοῦδε πρὸς θεῶν τυχεῖν.
Λιβύης δ᾽ ἐρήμους ἀξένους τ᾽ ἐπιδρομὰς
405πέπλευκα πάσας· χὤταν ἐγγὺς ὦ πάτρας,
πάλιν μ᾽ ἀπωθεῖ πνεῦμα κοὔποτ᾽ οὔριον
ἐσῆλθε λαῖφος ὥστε μ᾽ ἐς πάτραν μολεῖν.
καὶ νῦν τάλας ναυαγὸς ἀπολέσας φίλους
ἐξέπεσον ἐς γῆν τήνδε· ναῦς δὲ πρὸς πέτραις
410πολλοὺς ἀριθμοὺς ἄγνυται ναυαγίων.
τρόπις δ᾽ ἐλείφθη ποικίλων ἁρμοσμάτων,
ἐφ᾽ ἧς ἐσώθην μόλις ἀνελπίστωι τύχηι
Ἑλένη τε, Τροίας ἣν ἀποσπάσας ἔχω.
ὄνομα δὲ χώρας ἥτις ἥδε καὶ λεὼ
415οὐκ οἶδ᾽· ὄχλον γὰρ ἐσπεσεῖν ἠισχυνόμην,
[ὥσθ᾽ ἱστορῆσαι τὰς ἐμὰς δυσχλαινίας]
κρύπτων ὑπ᾽ αἰδοῦς τὰς τύχας. ὅταν δ᾽ ἀνὴρ
πράξηι κακῶς ὑψηλός, εἰς ἀηθίαν
πίπτει κακίω τοῦ πάλαι δυσδαίμονος.
420χρεία δὲ τείρει μ᾽· οὔτε γὰρ σῖτος πάρα
οὔτ᾽ ἀμφὶ χρῶτ᾽ ἐσθῆτες· αὐτὰ δ᾽ εἰκάσαι
πάρεστι ναὸς ἐκβόλοις ἁμπίσχομαι.
πέπλους δὲ τοὺς πρὶν λαμπρά τ᾽ ἀμφιβλήματα
χλιδάς τε πόντος ἥρπασ᾽· ἐν δ᾽ ἄντρου μυχοῖς
425κρύψας γυναῖκα τὴν κακῶν πάντων ἐμοὶ
ἄρξασαν ἥκω, τούς γε περιλελειμμένους
φίλων φυλάσσειν τἄμ᾽ ἀναγκάσας λέχη.
μόνος δὲ νοστῶ, τοῖς ἐκεῖ ζητῶν φίλοις
τὰ πρόσφορ᾽ ἤν πως ἐξερευνήσας λάβω.
430ἰδὼν δὲ δῶμα περιφερὲς θριγκοῖς τόδε
πύλας τε σεμνὰς ἀνδρὸς ὀλβίου τινὸς
προσῆλθον· ἐλπὶς δ᾽ ἔκ γε πλουσίων δόμων
λαβεῖν τι ναύταις· ἐκ δὲ μὴ ᾽χόντων βίον
οὐδ᾽ εἰ θέλοιεν ὠφελεῖν ἔχοιμεν ἄν.
435ὠή· τίς ἂν πυλωρὸς ἐκ δόμων μόλοι,
ὅστις διαγγείλειε τἄμ᾽ ἔσω κακά;


ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Πέλοπα, που αγωνίστηκες στην Πίσα
με τον Οινόμαο σ᾽ αρματοδρομίες,
τότε, που ᾽χες καλέσει τους θεούς σε δείπνο,
να ᾽χανες τη ζωή σου, πριν ακόμα
390γεννήσεις τον γονιό μου τον Ατρέα
κι εκείνος πάλι από την Αερόπη
δυο γιούς, τον Αγαμέμνονα κι εμένα
τον Μενέλαο, ζευγάρι ξακουσμένο·
γιατί θαρρώ —και καυχησιά δεν είναι—
πως με καράβια οδήγησα στην Τροία
στράτευμα πλήθος κι όχι με τη βία
σαν τύραννος, αλλά μ᾽ ακολουθήσαν
θέλοντας οι λεβέντες της Ελλάδας.
Χαθήκανε πολλοί, πολλοί κι εκείνοι
που χαίρονται, γιατί έχουνε ξεφύγει
τον κίνδυνο της θάλασσας και φέραν
τα ονόματα των σκοτωμένων πίσω
στα σπίτια τους. Εγώ περιπλανιέμαι
400τόσον καιρό στο κύμα ο δόλιος, όσο
χρειάστηκα την Τροία για να κουρσέψω·
κι ενώ ποθώ στον τόπο μου να φτάσω,
τη χάρη αυτή οι θεοί δεν μου χαρίζουν.
Τριγύρισα τους έρμους της Λιβύης,
τους αφιλόξενους γιαλούς και κάθε
φορά που την πατρίδα μου ζυγώνω,
μακριά με ξανασπρώχνουν οι ανέμοι,
χωρίς μες στα πανιά μου να φουσκώσει
ποτέ πρίμος αγέρας για τη Σπάρτη.
Και τώρα ναυαγός ο μαύρος, δίχως
φίλους στη χώρα βγήκα εδώ. Συντρίμμια
410γίνηκε το καράβι μου στους βράχους.
Μου ξέμεινε η καρένα μόνο κι έτσι
πάνω της έχω ανέλπιστα γλιτώσει
με την Ελένη που ᾽φερα απ᾽ την Τροία.
Ποιός είναι ο τόπος, ποιοί τον κατοικούνε;
Δεν ξέρω· με τα ρούχα μου κουρέλια
ντρεπόμουν να ρωτήσω τους ανθρώπους.
Ο ευτυχισμένος όταν κακοπάθει,
νιώθει πικρότερη τη δυστυχία,
παρ᾽ όσο αυτός που από παλιά την ξέρει.
420Τώρα με τυραννά σκληρά η ανάγκη·
ψωμί δεν έχω ή ρούχο, καθώς δείχνουν
τ᾽ απομεινάρια από το καραβίσιο
πανί που ᾽μαι ζωσμένος· τους χιτώνες,
τα λαμπρά πέπλα η θάλασσα κατάπιε.
Στα βάθη μιας σπηλιάς κρατάω κρυμμένη
τη γυναίκα μου, αιτία στις συμφορές μου,
κι όσοι απομείναν απ᾽ τους σύντροφούς μου,
τους έβαλα να τη φυλάγουν. Μόνος
γυρίζω ψάχνοντας για κείνους να βρω
κάτι να τους χορτάσω. Μόλις είδα
430το σπίτι αυτό με τους θριγκούς τριγύρω
και τον ωραίο πυλώνα —αρχοντικό ᾽ναι—
ζύγωσα· κάτι ελπίζω για τους ναύτες
να οικονομήσω· απ᾽ τους φτωχούς δεν έχεις,
ακόμη κι αν το θέλουνε, βοήθεια.
Έε· δε θα ᾽ρθει ένας θυρωρός στην πόρτα
να πει στον νοικοκύρη τα δεινά μου;
(Μισανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται μία γερόντισσα.)