γλωσσική επιτέλεση [linguistic performance]

γλωσσική επιτέλεση [linguistic performance]

Η γλωσσική επιτέλεση, που αποδίδεται στα ελληνικά και ως γλωσσική πλήρωση/πραγμάτωση, ορίζεται ως η διαδικασία και το αποτέλεσμα της χρήσης της γλώσσας, ως η ίδια η γλωσσική συμπεριφορά, που υπαγορεύεται και οργανώνεται με βάση μια υποκείμενη γραμματική γνώση ή ένα αφηρημένο γλωσσικό σύστημα αλλά επηρεάζεται και από άλλους εξωτερικούς παράγοντες. O όρος αναφέρεται σε προφορικά εκφωνήματα και γραπτά κείμενα που παράγονται από τους φυσικούς ομιλητές των γλωσσών σε ορισμένες χωροχρονικές συνθήκες και ταυτίζεται με τη σωσυριανή ομιλία / parole. Πρόκειται για την εξωτερική, υλοποιημένη, ανοιχτή στην παρατήρηση πλευρά της γλώσσας, που αντιπαραβάλλεται σε μια πιο εσωτερική, αφηρημένη πλευρά (τη γλωσσική ικανότητα του ατομικού ομιλητή κατά τον Chomsky, το αφηρημένο γλωσσικό σύστημα που μοιράζονται οι ομιλητές μιας γλωσσικής κοινότητας κατά τον Saussure).

Η γλωσσική επιτέλεση, σύμφωνα με τον Chomsky αλλά και τον Saussure, δεν είναι δυνατόν να βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της γλωσσολογίας, εφόσον δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ακριβής αντανάκλαση της γλωσσικής ικανότητας ή του γλωσσικού συστήματος παρά μόνο σε ιδανικές συνθήκες. Και αυτό διότι η δομή και μορφή των εκφωνημάτων που παράγουν οι ομιλητές μιας γλώσσας δεν καθορίζονται μόνο από τους γενικούς κανόνες των εσωτερικευμένων, υποκείμενων γραμματικών αλλά και από εξωτερικά στοιχεία, όπως ψυχολογικούς παράγοντες (βιασύνη, άγχος, έλλειψη συγκέντρωσης κλπ.), περιορισμούς της βραχυπρόθεσμης μνήμης κλπ., που αφορούν μόνο έμμεσα τη διαδικασία της γλωσσικής παραγωγής .

Είναι σε αυτό το σημείο σκόπιμο να εισαγάγουμε τη διάκριση ανάμεσα στο γραμματικό και το αποδεκτό , επειδή αυτές οι δύο έννοιες εξαρτώνται αντίστοιχα και ορίζονται με βάση τη γλωσσική ικανότητα και τη γλωσσική επιτέλεση. Γραμματικό θεωρείται το καλοσχηματισμένο, αυτό που δεν παραβιάζει τους γραμματικούς κανόνες μιας γλώσσας και είναι συμβατό με τη γλωσσική γνώση και ικανότητα των ομιλητών, ενώ αποδεκτό αυτό που οι ομιλητές θεωρούν ως φυσικό, δηλαδή αυτό που μπορεί να αναγνωριστεί ως οικείο από την πλευρά της γλωσσικής χρήσης, ακόμα και αν πολλές φορές είναι ασύμβατο με τους κανόνες της γραμματικής. Οι δύο όροι δεν συμπίπτουν, καθώς μια ακολουθία γλωσσικών στοιχείων μπορεί να είναι γραμματική αλλά μη αποδεκτή ή, αντίστροφα, αντιγραμματική αλλά μαρτυρημένη και αποδεκτή. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, μια δομή που εμπεριέχει πολλές γενικές προσδιοριστικές ή πολλές αναφορικές προτάσεις που συνάπτονται η μία με την άλλη: Ο γιος της αδελφής της μητέρας του συμμαθητή του Κώστα/ Η γάτα που έφαγε το ποντίκι που μπήκε στο σπίτι που μένει η Μαρία. Οι δομές αυτές είναι απολύτως γραμματικές, με την έννοια του ορθού σχηματισμού, αλλά ιδιαίτερα σπάνιες και γενικά μη αποδεκτές, καθώς αντίκεινται στους περιορισμούς της βραχυπρόθεσμης μνήμης. Από την άλλη, δομές όπως Ο Γιάννης, τον είδα χτες είναι αντιγραμματικές, στην προκειμένη περίπτωση λόγω της πτωτικής ανακολουθίας της ονοματικής φράσης Ο Γιάννης, αλλά είναι πολύ κοινές στην καθημερινή επικοινωνία. Οι ομιλητές μιας γλώσσας έχουν δυνάμει τη γνώση να παράγουν και να κατανοούν φράσεις και προτάσεις που επεκτείνονται στο άπειρο αλλά, όταν επιχειρούν να θέσουν σε λειτουργία αυτή τη γνώση, συνήθως κάμπτονται από το μήκος των γλωσσικών δομών και είναι αναγκαίο να σταματούν για να αναπνεύσουν. Μερικές φορές χάνουν τον ειρμό της σκέψης τους ή κάνουν λάθη, ενώ άλλοτε συμβαίνει να αλλάζουν πορεία στην προσπάθειά τους να διατυπώσουν ή να ξαναθέσουν κάτι κ.ο.κ. Όλα αυτά όμως απομακρύνουν την υλική γλωσσική επιτέλεση από την «τελειότητα» και στατικότητα της υποκείμενης γνώσης.

Η διάκριση γλωσσικής ικανότητας και γλωσσικής επιτέλεσης έχει λογική βάση και μεθοδολογική σημασία αλλά έχει δεχτεί και πολλή κριτική και αμφισβήτηση, επειδή με την προτεραιότητα που δίνουν ορισμένοι στη γλωσσική ικανότητα, δημιουργείται ο μύθος της γλωσσικής ομοιογένειας (η οποία αφορά και τη σωσυριανή langue, το αφηρημένο γλωσσικό σύστημα). Με την ανάδυση νέων επιστημονικών πεδίων γλωσσολογίας, όπως η κοινωνιογλωσσολογία και η ψυχογλωσσολογία, οι μελέτες στρέφονται ολοένα και περισσότερο προς την πλευρά της ομιλίας, της υλοποιημένης γλώσσας, με αποτέλεσμα να καταρτίζονται γραμματικές της γλωσσικής επιτέλεσης. Εξάλλου, η σημασία της γλωσσικής επιτέλεσης είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ιστορία της γλώσσας και τη γλωσσική εξέλιξη. Είναι γνωστό ότι οι γλώσσες μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου και ότι η γλωσσική αλλαγή ξεκινάει από λάθη και νέες γλωσσικές παραλλαγές που σημειώνονται κατά τη διαδικασία της επιτέλεσης. Αυτό που γίνεται αντιληπτό σε μια εποχή ως λάθος ή περιθωριακό είναι δυνατόν να κωδικοποιηθεί και να γίνει πρότυπο, συντελώντας έτσι στη γλωσσική αλλαγή. Η γλωσσική επιτέλεση προηγείται λοιπόν ιστορικά αλλά και οντογενετικά , εφόσον το παιδί κατακτά τη γλώσσα του μόνο ακούγοντας την ομιλία των άλλων. Έτσι, μολονότι η διάκριση ικανότητας και επιτέλεσης είναι θεμιτή, υπάρχει συνεχής αλληλεξάρτηση των δύο, ενώ, όπως έχει πει ο Saussure, η αφηρημένη γλώσσα, δηλαδή το γλωσσικό σύστημα, «είναι ταυτόχρονα το όργανο και το προϊόν της ομιλίας».

Γ. Καρανάσιος

Πηγές

  • Chomsky, N. 1965. Aspects of the Theory of Syntax. Cambridge, Mass.: MIT Press.
  • Chomksy, N. 1986. Knowledge of Language: Its Nature, Origin and Use. Νέα Υόρκη: Convergence, Praeger Publishers.
  • Κρύσταλ Ντ. 2000. Λεξικό γλωσσολογίας και φωνητικής. Μτφρ. Γ. Ξυδόπουλος. Αθήνα: Πατάκης.
  • Rafdford, A. 1988. Transformational Grammar. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Saussure, F. 1979. Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας. Μτφρ. Φ.Δ. Αποστολόπουλος. Αθήνα: Παπαζήσης.