αποδεκτότητα [acceptability]

αποδεκτότητα [acceptability]

O όρος αποδεκτότητα, σύμφωνα με τον Chomsky, αφορά την αντιμετώπιση εκφωνημάτων από τον ακροατή με βάση όχι μόνο τις γλωσσικές αλλά κυρίως τις εξωγλωσσικές του γνώσεις. Η αποδεκτότητα επομένως αντιδιαστέλλεται με τη γραμματικότητα στα εξής σημεία:

(α) Η γραμματικότητα αφορά τους κανόνες του γλωσσικού συστήματος (ή την παραβίασή τους), ενώ η αποδεκτότητα συμπεριλαμβάνει και τις συνθήκες εκφώνησης μιας πρότασης - και επομένως εμπλέκει κοινωνικές συμβάσεις, υφολογικούς κανόνες και άλλες εξωγλωσσικές προσδοκίες των εμπλεκομένων σε μια περίσταση επικοινωνίας. Μπορούμε να μιλάμε αντίστοιχα για παραβίαση κοινωνιογλωσσικών , υφολογικών και πραγματολογικών κανόνων και συμβάσεων που ευθύνονται για τη μειωμένη αποδεκτότητα ενός εκφωνήματος.

Συχνά η διάκριση αποδεκτότητας και γραμματικότητας δεν επηρεάζει τη λειτουργία (και την ανάλυση) των γλωσσικών στοιχείων. Τα παρακάτω κείμενα περιλαμβάνουν γραμματικές προτάσεις που στις περισσότερες συνθήκες εκφώνησης θα ήταν απολύτως αποδεκτά εκφωνήματα:

(1) Το κράτος της Μόσχας έχει μακρά και ένδοξη ιστορία. Οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής ήταν νομάδες και ιππείς.

(2) Α: Νομίζω ότι κάνετε κάποιο λάθος κύριε συνάδελφε.
Β: Θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω.

(3) Η αγαπημένη του ασχολία ήταν να κάθεται στο μπαλκόνι και να παρακολουθεί την κίνηση του δρόμου. Τον τελευταίο καιρό εκτός από τα φορτηγά και τα ΙΧ περνούσαν και πολλά στρατιωτικά αυτοκίνητα.

Εξίσου συχνά όμως είναι δυνατό οι δύο κατηγορίες να μη συμπίπτουν δημιουργώντας έτσι μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις (άλλα δύο λογικά ενδεχόμενα):

(β) Μια γραμματική πρόταση μπορεί να μην είναι αποδεκτή όταν εκφωνείται σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα από συγκεκριμένους ομιλητές ή προς συγκεκριμένους ακροατές:

(4) Α: Νομίζω ότι κάνετε κάποιο λάθος κύριε συνάδελφε.
Β: Κι εγώ νομίζω ότι είσαι άσχετος, αγράμματος και ντενεκές ξεγάνωτος.

Η εκφώνηση του Β, παρότι απολύτως καλοσχηματισμένη γραμματική πρόταση δεν είναι επιτρεπτή (άρα αποδεκτή) για λόγους ευγένειας, ακαδημαϊκού ήθους ή άλλων ανάλογων εξωγλωσσικών συμβάσεων. Θα μπορούσε όμως να είναι αποδεκτή μεταξύ φίλων, όταν δεν υπάρχουν άλλοι ακροατές ή όταν είναι προφανές ότι ο Β έχει σκοπό απλώς να αστειευτεί.

Σε κάθε περίπτωση όμως η γραμματικότητά της δεν αμφισβητείται: η ακολουθία Κι εγώ νομίζω ότι είσαι άσχετος, αγράμματος και ντενεκές ξεγάνωτος είναι σε κάθε περίπτωση μια γραμματική πρόταση της ελληνικής.

Αντίστοιχα, μια πρόταση όπως η παρακάτω:

(5) Η αγαπημένη του ασχολία ήταν να κάθεται στο μπαλκόνι και να παρακολουθεί την κίνηση του δρόμου. Τον τελευταίο καιρό εκτός από βαρέα οχήματα και επιβατηγά ιδιωτικής χρήσης οχήματα μικρότερα των 3,5 τόνων περνούσαν και πολλά Μ25, Μ31 και Μ122,

εμπλέκει διαφορετικά επίπεδα ύφους και επομένως δύσκολα θα γινόταν αποδεκτή.

Με ανάλογο τρόπο, χωρίς να είναι αντιγραμματική , μια πρόταση όπως η παρακάτω είναι ακατάλληλη (και άρα μη αποδεκτή) εφόσον το ακροατήριο είναι, λ.χ., μαθητές της α΄ δημοτικού:

(6) Το σχήμα αυτό ονομάζεται τετράγωνο και αποτελείται από τέσσερις παράλληλες και ίσες μεταξύ τους πλευρές που σχηματίζουν ορθές γωνίες.

Η ίδια όμως πρόταση θα ήταν απολύτως αποδεκτή αν απευθυνόταν σε μεγαλύτερους μαθητές, λ.χ. των τελευταίων τάξεων του δημοτικού ή του γυμνασίου.

Αντίστροφα, η παρακάτω πρόταση είναι περισσότερο αποδεκτή αν απευθύνεται σε μικρά (παρά σε μεγαλύτερα) παιδιά:

(7) Σήμερα θα πούμε την ιστορία με το Χριστούλη που ανέβηκε στο γαϊδουράκι και πήγε στα Ιεροσόλυμα.

Η (7) θα ήταν ακόμα λιγότερο αποδεκτή αν απευθυνόταν στο εκκλησίασμα ενός χριστιανικού ναού· και ακόμα λιγότερο σε ένα μουσουλμανικό τέμενος ή μια συναγωγή.

Τέλος, το παρακάτω γνωστό παράδειγμα του Chomsky αποτελεί υπόδειγμα πρότασης, η οποία, ενώ δεν παραβιάζει κανένα γραμματικό κανόνα, είναι δύσκολο (αλλά όχι αδύνατο!) να αποτελέσει αποδεκτό εκφώνημα:

(8) Οι πράσινες άχρωμες ιδέες κοιμούνται μανιασμένα.

(γ) Μια αντιγραμματική πρόταση (που παραβιάζει κάποιον κανόνα του γλωσσικού συστήματος) μπορεί να είναι αποδεκτή, σε συγκεκριμένες συνθήκες εκφώνησης. Ενδεικτικά:

(9) Ο κράτος της Μόσχας έχει μακρά και ένδοξη ιστορία. Οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής ήταν νομάδοι και ιππέοι.

Εφόσον, λ.χ., αυτός που εκφώνησε το (9) δεν είναι φυσικός ομιλητής/τρια της ελληνικής και το ακροατήριό του θεωρεί κατά τα άλλα αξιόλογη την ομιλία του δεν πρόκειται κανείς να αντιδράσει, να γελάσει φωναχτά, να σηκωθεί επιδεικτικά και να φύγει από την αίθουσα, να σχολιάσει επικριτικά κ.ο.κ., έστω κι αν είναι προφανής η παραβίαση των κανόνων σχηματισμού του πληθυντικού των συγκεκριμένων ονομάτων και η λανθασμένη επιλογή του αρσενικού γένους λόγω της κατάληξης -ος στην περίπτωση του κράτους.

(10) Δε θέλω να βάλω το φανέλι μαμά.

Η υπεργενίκευση του κανόνα του υποκορισμού και η λανθασμένη επιλογή γένους περισσότερο θα διασκεδάσει παρά θα ενοχλήσει τη μητέρα και πάντως δεν θα επηρεάσει την επίτευξη του επικοινωνιακού σκοπού του (μικρού) ομιλητή.

Πιο σύνθετες περιπτώσεις είναι αυτές που εμπλέκουν τόσο σημασιολογικές όσο και πραγματολογικές παραβιάσεις:

(11) Είσαι πολύ έντιμο πεύκο.

Σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί κανείς να υποστηρίξει είτε ότι η παραβίαση είναι σημασιολογική καθώς η σημασιολογία του έντιμος υποχρεωτικά εμπλέκει έμψυχα (ή και έλλογα) όντα και άρα η πρόταση είναι αντιγραμματική είτε ότι κυρίως έρχεται σε αντίθεση με τις παραδοχές μας για τον κόσμο (ότι κανονικά δεν υπάρχουν έντιμα πεύκα) και άρα η παραβίαση είναι πραγματολογική αλλά η πρόταση είναι γραμματική. Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι δυνατό η εκφώνησή της να γίνει απολύτως αποδεκτή, λ.χ., στο περιβάλλον ενός παραμυθιού που εμπλέκει ένα μαγεμένο δάσος, με δέντρα που μιλάνε και έχουν γενικώς ανθρώπινες ιδιότητες.

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, η γραμματικότητα μιας πρότασης δεν είναι μεταβλητή (καθώς οι κανόνες του συστήματος που είναι λίγο πολύ σταθεροί είτε τηρούνται είτε παραβιάζονται) - ενώ η αποδεκτότητα μεταβάλλεται ανάλογα με την ταυτότητα του ομιλητή και του ακροατή, το είδος της επικοινωνιακής περίστασης, καθώς και τις συντεταγμένες της στον χώρο και τον χρόνο (από την ώρα της ημέρας στην οποία εκφωνείται κάτι μέχρι τις κοινωνικές συμβάσεις συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων). Από αυτή την άποψη είναι προφανές ότι ο όρος γραμματικότητα αφορά προτάσεις, γραμματικούς κανόνες και τη γνώση του γλωσσικού συστήματος (άρα είναι όρος σχετικός με τη γλωσσική ικανότητα του Chomsky) ενώ η αποδεκτότητα αφορά εκφωνήματα, πραγματολογικές και εξωγλωσσικές συμβάσεις και συνθήκες (και επομένως αφορά τη γλωσσική επιτέλεση ).

A. Tσαγγαλίδης

Πηγές

  • Φιλιππάκη-Warburton, Ει. 1992. Εισαγωγή στη θεωρητική γλωσσολογία. Αθήνα: Νεφέλη.)
  • Fromkin, V., R. Rodman & N. Hyams. 2003. An Introduction to Language. 7η έκδ. Βοστώνη, Μασσ.: Heinle.)
  • Radford, A. 1981. Transformational Syntax: A Student's Guide to Chomsky's Extended Standard Theory. Cambridge Textbooks in Linguistics. Cambridge: Cambridge University Press.)
  • Radford, A. 1988. Transformational Grammar: A First Course. Cambridge Textbooks in Linguistics. Cambridge: Cambridge University Press.