εκφώνημα [utterance]

εκφώνημα [utterance]

Το εκφώνημα είναι μονάδα γλωσσικής ανάλυσης της σημασίας στο πλαίσιο της πραγματολογίας , της μελέτης των γλωσσικών εκφράσεων στα συμφραζόμενα χρήσης τους. Όπως συμβαίνει συχνά με τα αναλυτικά εργαλεία, ο ορισμός του εκφωνήματος ποικίλλει. Έτσι, κατά τον Lyons (1977, 26), τα εκφωνήματα μπορεί να είναι προφορικά ή γραπτά, ενώ κατά τους Hurford & Heasley (1983, 16) αφορούν μόνο την προφορική γλώσσα. Κοινός τόπος, ωστόσο, είναι ότι εκφώνημα ονομάζεται ένα κομμάτι γλώσσας, πριν και μετά από το οποίο υπάρχει παύση (σιωπή) και αντιστοιχεί στον λόγο που παράγει ένας συγκεκριμένος ομιλητής σε μια συγκεκριμένη περίσταση επικοινωνίας. Το μήκος ενός εκφωνήματος μπορεί να είναι μεγαλύτερο, ίσο ή μικρότερο από μία πρόταση - ακόμη και μόνο μια φράση ή μια λέξη. Κάθε φορά που λέμε (ή γράφουμε)

(1) Το εκφώνημα είναι μονάδας ανάλυσης της γλωσσικής σημασίας

παράγουμε ένα διαφορετικό εκφώνημα, παρότι χρησιμοποιούμε τις ίδιες ακριβώς λέξεις. Αν μάλιστα υποθέσουμε ότι το (1) αντιστοιχεί σε μια πρόταση της ελληνικής, τότε κάθε φορά που χρησιμοποιούμε αυτή την πρόταση παράγουμε ένα διαφορετικό εκφώνημα. Αν εκφέρουμε το (1) δύο φορές, παράγουμε δύο διαφορετικά εκφωνήματα που τυχαίνει να κάνουν την ίδια δήλωση.

Συνεπώς, το εκφώνημα αποτελεί ανεπανάληπτο φυσικό γεγονός και παράγεται από συγκεκριμένο ομιλητή, σε συγκεκριμένη γλώσσα, τόπο, χρόνο και περίσταση επικοινωνίας (πρβ. συμφραζόμενα). Έχει όλα τα φυσικά χαρακτηριστικά της φωνής (ή του γραφικού χαρακτήρα) και του ύφους του ομιλητή, του ιδιώματος ή της διαλέκτου αλλά και της ιδιολέκτου του, ενώ μπορεί να εκφέρεται ψιθυριστά ή εκκωφαντικά δυνατά. Ως φυσική οντότητα, μπορούμε να το καταγράψουμε ή να το ηχογραφήσουμε και να το αναλύσουμε φασματογραφικά εστιάζοντας στην υλική του υπόσταση. Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά το καθιστούν όχι μόνο ανεπανάληπτο αλλά και εφήμερο. Από τα παραπάνω, συνάγεται, ότι το εκφώνημα, σε αντίθεση με την πρόταση, είναι πλήρως εξαρτημένο από την περίσταση επικοινωνίας στην υπηρεσία της οποίας τίθεται (βλ. Βελούδης 2005, 38-39∙ Κανάκης, υπό έκδοση: κεφ. 2).

Ένας φαινομενικά χρήσιμος ορισμός που συνοψίζει τα παραπάνω είναι ότι το εκφώνημα είναι ο συνδυασμός μιας πρότασης με ένα συμφραζόμενο (= μια περίσταση χρήσης) (Gazdar 1979). Εύκολα όμως διαπιστώνει κανείς ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Τα (2)-(5) είναι σαφώς εκφωνήματα αλλά δεν αντιστοιχούν σε προτάσεις:

  • Τα εκφωνήματα μπορεί να αποτελούνται από μια λέξη, φράση ή πρόταση. Μπορούν όμως επίσης να αποτελούνται από μια σειρά προτάσεων. Τέλος, οι προτάσεις αυτές μπορεί να είναι ελλειπτικές.
  • Μάλλον όχι.
  • Τί χαμπάρια;
  • Έεελα!

Η σχέση πρότασης και εκφωνήματος είναι πολύπλοκη και η μεταξύ τους αντιστοιχία δεν είναι ένα-προς-ένα. Οι άνθρωποι επικοινωνούν γλωσσικά χρησιμοποιώντας εκφωνήματα και όχι προτάσεις. Συνεπώς, μπορούμε να αναδιατυπώσουμε τον παραπάνω ορισμό ως εξής: εκφώνημα είναι ο συνδυασμός μιας γλωσσικής έκφρασης και μιας περίστασης επικοινωνίας.

Άρα, τα εκφωνήματα είναι πραγμάτωση γλώσσας και αφορούν τη γλωσσική χρήση ή επιτέλεση και όχι το αφηρημένο γλωσσικό σύστημα (για να χρησιμοποιήσουμε μια παραδοσιακή διάκριση). Ωστόσο, σε αντίθεση με την αφηρημένη έννοια της πρότασης, η οποία ορίζεται μόνο εντός συγκεκριμένου θεωρητικού πλαισίου, το εκφώνημα δεν ορίζεται στα πλαίσια συγκεκριμένης θεωρίας (Crystal 2000, 143). Επισημαίνουμε ότι, ακριβώς επειδή ανήκει στον χώρο της γλωσσικής παραγωγής , οι δομικές θεωρίες (π.χ., de Saussure, Chomsky) θεώρησαν πως το εκφώνημα δεν μπορεί να αποτελέσει το επίκεντρο ενδιαφέροντος της γλωσσολογικής μελέτης. Αντίθετα, υποστήριξαν ότι η γλωσσολογία πρέπει να επικεντρωθεί στο λίγο ως πολύ κοινό, σταθερό και αφηρημένο πυρήνα της γνώσης μας για τη γλώσσα, την πρόταση. Τόσο η γλώσσα / langue του de Saussure όσο και η γλωσσική ικανότητα του Chomsky, ως αφετηρίες της γλωσσολογικής ανάλυσης, παρακάμπτουν το εκφώνημα λόγω του εφήμερου χαρακτήρα του και εστιάζουν στην πρόταση.

Το ενδιαφέρον για το εκφώνημα, ως πραγμάτωση λόγου στην οποία εγγράφονται και εξωσυστημικά, εξωγλωσσικά στοιχεία, έφερε στο προσκήνιο η πραγματολογική έρευνα, της οποίας συνιστά βασική μονάδα ανάλυσης (βλ. Βελούδης 2005∙ Κανάκης, υπό έκδοση). Η πραγματολογία ως αντίδραση στην άποψη της παραδοσιακής δομικής γλωσσολογίας για τη σημασία, θέτει τη γλωσσική επιτέλεση και το εκφώνημα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός της και το εξετάζει σε σχέση με την πρόταση και το γλωσσικό σύστημα στο πλαίσιο του οποίου παράγεται. Στο πιο πρόσφατο θεωρητικό πλαίσιο της γνωστικής γλωσσολογίας , όπου καταλύεται η διάκριση μεταξύ ικανότητας (= συστήματος ) και επιτέλεσης (= χρήσης) και υποστηρίζεται ένα μοντέλο γλωσσικής ανάλυσης με βάση τη χρήση (usage-based model), το εκφώνημα ανάγεται, άρρητα, σε βασική μονάδα της γλωσσολογικής ανάλυσης (βλ. Langacker 1988).

Κ. Κανάκης

Πηγές

  • Βελoύδης, Γ. 2005β. Η σημασία πριν, κατά και μετά τη γλώσσα. Αθήνα: Κριτική.
  • Crystal, D. 2000. Λεξικό γλωσσολογίας και φωνητικής. Μτφρ. Γ. Ξυδόπουλος. Αθήνα: Πατάκης.
  • Gazdar, G. 1979. Pragmatics, Implicature, Presupposition, and Logical Form. Νέα Υόρκη: Academic Press.
  • Hurford, J. R. & B. Heasley. 1983. Semantics: Α Coursebook. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Κανάκης, Κ. Υπό έκδοση. Εισαγωγή στην πραγματολογία: Γνωστικές και κοινωνικές όψεις της γλωσσικής χρήσης. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.
  • Langacker, R. W. 1988β. A usage-based model. Στο Topics in Cognitive Linguistics, επιμ. B. Rudzka-Ostyn, 127-161. Άμστερνταμ & Φιλαδέλφεια: John Benjamins.
  • Lyons, J. 1977. Semantics. 2 τόμ. Cambridge: Cambridge University Press.