Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: φροκαλο
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φρόκαλο το [frókalo] Ο41 : (παρωχ.) το σκουπίδι. || (υβρ.): Είσαι ~!, τιποτένιος, σκουπίδι, χαμηλού επιπέδου.

[μσν. ρ. φροκαλ(ώ) `σκουπίζω΄ -ο (αναδρ. σχημ.) < φροκάλ(ι) -ώ < φλοκάλι (ανομ. υγρών [l-l > r-l] ) < μσν. φιλοκάλιον `σκούπα΄ (συγκ. του άτ. [i] ) < αρχ. φιλόκαλ(ος) `που του αρέσει η ομορφιά΄ -ιον (πρβ. ρ. φιλοκαλῶ `αγαπώ την ομορφιά΄, ελνστ. σημ.: `εξωραΐζω΄, μσν. σημ.: `βάζω σε τάξη΄)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go