Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: φελί
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φελί το [felí] & φιλί 2 το [filí] Ο43 : (λαϊκότρ.) κομμάτι, φέτα, κυρίως φρούτων και ιδίως μανταρινιού και πορτοκαλιού.

[μσν. *οφελλίον με αποβ. του αρχικού άτ. φων. από συμπροφ. με το άρθρο και αποφυγή της χασμ. (ορθογρ. απλοπ.) < μσν. οφέλλ(ιον) -ίον < υποκορ. του λατ. of(f)ella· τροπή [e > i] αναλ. προς άλλες λ. με παρόμοια εναλλ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φελιζόλ το [felizól] Ο (άκλ.) : λευκοί κόκκοι από πλαστικό υλικό, που χρησιμοποιούνται κυρίως ως μονωτικό και συσκευαστικό υλικό (είτε ως κόκκοι είτε πεπιεσμένοι σε σχήμα πλάκας): Οι μονώσεις των τοίχων έγιναν με πλάκες από ~.

[σήμα κατατ.(;)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go