Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: υποκλίνομαι
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
υποκλίνομαι [ipoklínome] Ρ αόρ. υποκλίθηκα, απαρέμφ. υποκλιθεί : σκύ βω ελαφρά το σώμα και λυγίζω τα γόνατα χαιρετώντας κπ. με έναν ιδιαίτερα επίσημο τρόπο: Οι ηθοποιοί υποκλίνονταν και το κοινό χειροκροτούσε. || (μτφ.): ~ μπροστά σε κπ. ή σε κτ., αναγνωρίζω την αξία ή την ανωτερότητά του: ~ μπροστά στο θάρρος του.

[λόγ. < αρχ. ὑποκλίνομαι `ξαπλώνω κάτω από κτ.΄, ελνστ. ὑποκλίνω `σκύβω σε ένδειξη υποταγής΄ σημδ. γαλλ. s΄incliner]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go