Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σταυρεπίστεγος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σταυρεπίστεγος -η -ο [stavrepísteγos] Ε5 : (αρχαιολ., για ναό ιδ. βυζαντινό) που η στέγη του έχει σχήμα σταυρού: Mία σταυρεπίστεγη βασιλι κή.

[λόγ. < φρ. σταυρ(ός) επί στέγ(ης) -ος μτφρδ. ιταλ.(;) volta a crociera]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go