Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ράβω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ράβω [rávo] -ομαι Ρ4 : 1α.συνδέω μεταξύ τους κομμάτια από ύφασμα με κλωστή που την περνώ μια από το ένα και μια από το άλλο (με βελόνα): ~ στο χέρι / στη μηχανή. ~ ένα σκισμένο κομμάτι ύφασμα. || Ένα πρόχειρο σκέπασμα από πολλά μικρά κομμάτια ύφασμα ραμμένα με τέχνη. ΦΡ κόβει και ράβει, κάνει ό,τι θέλει, χωρίς να λαβαίνει υπόψη του τη γνώμη άλλων· (πρβ. λύνει* και δένει). κόβει και ράβει η γλώσσα του, είναι φλύαρος ή κακολόγος. ράβε, ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει, για άσκοπη και ανώφελη επανάληψη της ίδιας εργασίας. κομμένος* και ραμμένος (στα μέτρα κάποιου). κομμένη* ραμμένη. β. ράβω κομμάτια από οποιοδήποτε υλικό: ~ μια δέσμη φύλλων / ένα βιβλίο. Tο χειρόγραφο το αποτελούσαν εκατόν πενήντα φύλλα ραμμένα με χοντρό σπάγγο. ~ τα σκισμένα παπούτσια μου. 2. προσαρμόζω κτ. πάνω σε άλλο, χρησιμοποιώντας κλωστή και βελόνα: ~ τα κουμπιά ενός ενδύματος. ~ το γιακά ενός πουκαμίσου. 3α. κλείνω κτ. ράβοντας το άνοιγμά του: Για μεγαλύτε ρη ασφάλεια έραψε το τσουβάλι και μετά το έδεσε. β. κλείνω ένα άνοιγ μα, ένα σχίσιμο, ράβοντας τα χείλη του: ~ ένα τραύμα / μια χειρουργική τομή. || (προφ.) τον έραψαν, έραψαν τη χειρουργική τομή που του είχαν κάνει. ΦΡ ~ το στόμα μου ή το ~, αρνούμαι επίμονα, πεισματικά να μιλή σω, να απαντήσω. || ράψ΄ το!, κλείσε το στόμα σου και μην ξαναμιλήσεις· βούλωσέ το, σκάσε. 4α. κατασκευάζω ένα ένδυμα: Mόνη της έραβε τα ρούχα των παιδιών της. || Ένα φουστάνι από ακριβό ύφασμα, ραμμένο με πολλή τέχνη. β. δίνω παραγγελία, αναθέτω σε κπ. να μου ράψει ένα ένδυμα: Θέλω να ράψω ένα κοστούμι· ξέρεις κανένα καλό ράφτη; || (παθ.) είμαι πελάτης ράφτη ή μοδίστρας: Σε ποιον ράβεσαι;

[μσν. *ράβω (πρβ. μσν. ραύγω) < αρχ. ῥάπτω μεταπλ. -βω με βάση το συνοπτ. θ. ραψ- κατά το σχ.: τριψ- (έτριψα) - τρίβω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go