Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: προτιμώ
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προτιμώ [protimó] & -άω, -ιέμαι Ρ10.1 & -ώμαι Ρ11 μπε. προτιμώμενος : θεωρώ ότι κάποιος ή κτ. είναι καλύτερο(ς) ή πιο κατάλληλο(ς) από κπ. ή από κτ. άλλο. α. για κπ. που θεωρώ ότι έχει περισσότερα προσόντα ή λιγότερα ελαττώματα και αδυναμίες από κπ. άλλο: Θα προτιμηθούν οι υποψήφιοι που γνωρίζουν ξένες γλώσσες. ~ να είναι κάποιος αγενής παρά υποκριτής. ~ τις ξανθές από τις μελαχρινές, μου αρέσουν περισσότερο. || Nα μας προτιμήσετε / θα σας προτιμήσουμε, την επιχείρηση ή το κατάστημα που διαθέτει προϊόντα που θα πρέπει να προτιμήσει ο καταναλωτής. β. για κτ. που θεωρώ ότι έχει περισσότερα πλεονεκτήματα ή λιγότερα μειονεκτήματα από κτ. άλλο ή ότι ικανοποιεί μια ανάγκη ή μια επιθυμία μου καλύτερα από κτ. άλλο: ~ το βουνό από τη θάλασσα / το κρύο από τη ζέστη. Προτίμησαν το θάνατο από τη δουλεία. ~ να μείνω σήμερα στο σπίτι. Tι προτιμάτε (να σας προσφέρω) τσάι ή καφέ; (απόλ.) Όπως προτιμάτε, όπως θέλετε.

[λόγ. < αρχ. προτιμῶ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go