Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: παρελκυστικός
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παρελκυστικός -ή -ό [parelkistikós] Ε1 : που σκόπιμα, ηθελημένα καθυστερεί κτ. (μια υπόθεση, μια διαδικασία), επιμηκύνει το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο (πρέπει να) γίνεται κτ.: H αντιπολίτευση ακολουθεί παρελκυστική τακτική στην ψήφιση του νομοσχεδίου. παρελκυστικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. παρέλκυσ(ις) -τικός (πρβ. ελνστ. παρελκυστής `που παρατείνει΄)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες