Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- παρελκυστικός -ή -ό [parelkistikós] Ε1 : που σκόπιμα, ηθελημένα καθυστερεί κτ. (μια υπόθεση, μια διαδικασία), επιμηκύνει το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο (πρέπει να) γίνεται κτ.: H αντιπολίτευση ακολουθεί παρελκυστική τακτική στην ψήφιση του νομοσχεδίου.
παρελκυστικά ΕΠIΡΡ. [λόγ. παρέλκυσ(ις) -τικός (πρβ. ελνστ. παρελκυστής `που παρατείνει΄)]



