Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: παρατώ
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παρατώ [parató] & -άω, -ιέμαι Ρ10.1 : 1. αφήνω, εγκαταλείπω κπ. ή κτ., διακόπτω τη σχέση μου μαζί του: Παράτησε τη δουλειά του κι έφυγε. Παράτησε γυναίκα και σπίτι. Tον παράτησαν οι φίλοι κι οι γνωστοί. Ένα αυτοκίνητο ήταν παρατημένο στη μέση του δρόμου. || σταματώ, παύω: Παράτα τ΄ αστεία / τις βλακείες! (έκφρ.) τα ~, εγκαταλείπω μια προσπάθεια, μια ασχολία κτλ.: Οι φίλοι του τον συμβουλεύουν να τα παρατήσει. Δεν τα ~, θα προσπαθήσω μέχρι τέλους. 2. απαλλάσσω κπ. από μια ενόχληση, τον αφήνω ήσυχο: Δε με / μας παρατάς! Άι παράτα με / μας στην ησυχία μου / μας! Παρατάτε με!

[αρχ. παραιτοῦμαι (δες λ.) στην ελνστ. σημ.: `απολύω, διώχνω΄, μεταπλ. με βάση τον αόρ. παρFητησάμην κατά το σχ.: παρήκουσα - παρακούω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go