Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: παγιδεύω
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παγιδεύω [pajiδévo] -ομαι Ρ5.1, Ρ5.2 : 1.κατορθώνω να αποκλείσω σε περιορισμένο χώρο ένα καταδιωκόμενο ζώο και έτσι να το συλλάβω ζωντανό: Παγίδεψαν το θηρίο στη φωλιά του και το σκότωσαν. || για καταδιωκόμενο άνθρωπο: Οι αστυνομικοί παγίδεψαν τους ληστές. || (παθ.) αποκλείομαι και αδυνατώ να διαφύγω: Παγιδεύτηκαν στις φλόγες και κάηκαν ζωντανοί. 2. (μτφ.) εφαρμόζοντας κάποιου είδους τέχνασμα πετυχαίνω να φέρω κπ. σε αδιέξοδο και να τον ωθήσω, χωρίς να το αντιληφθεί, σε πράξη βλαπτική για τον ίδιο: Προσπάθησε με πολλές και δήθεν αθώες ερωτήσεις να τον παγιδέψει. || (γενικότ.) για αδιέξοδη κατάσταση: Παγιδευμένος σε διλήμματα / σε συλλογισμούς που δεν τον οδηγούσαν πουθενά. 3. στήνω παγίδα σε τόπο, σημείο κτλ.: Είχαν παγιδέψει όλα τα περάσματα. || (ειδικότ.) τοποθετώ εκρηκτικό μηχανισμό μέσα σε όχημα, αντικείμενο κτλ. που δε δημιουργεί υποψίες, με σκοπό να προκληθεί ξαφνική έκρηξη: Bόμβα εξερράγη σε παγιδευμένο αυτοκίνητο. || τοποθετώ ειδικό μηχανισμό στο τηλέφωνο κάποιου με σκοπό να υποκλέψω τα τηλεφωνήματά του.

[λόγ. < ελνστ. παγιδεύω]

[Λεξικό Κριαρά]
παγιδεύω.
  • I. Ενεργ.
    • Ά Μτβ.
      • α) Στήνω παγίδα·
        • (εδώ μεταφ.) εξαπατώ, παραπλανώ:
          • εγύρεψεν πώς να παγιδέψει τον σιρ Ραμούν …, να ποίσει το πρίντζην και την βουλήν … ν’ αφήσουν τους Γενουβίσους να μπουν (Μαχ. 39028· Γλυκά, Στ. 500
      • β) αποπλανώ:
        • πολυπραγμονών … εν γυναιξίν ωραίαις … και τίνος και πώς παγιδεύσῃ αυτήν (Δούκ. 7125).
    • Β́ (Αμτβ.) εξυφαίνω δόλους:
      • Μία γυναίκα λόγιασε να βγει να παγιδέψει, να πάγει έξω μοναχή τους Τούρκους να γυρέψει (Τζάνε, Κρ. πόλ. 25825).
  • IΙ. (Μέσ., με ενεργ. σημασ.) μηχανεύομαι:
    • φιλούν (ενν. αι πονηραί γυναίκες), περιλαμπάνουν σε, … και τότε παγιδεύονται το πώς να σε κομπώσουν (Αλφ. 2387).

[μτγν. παγιδεύω. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go