Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μισθό
12 items total [1 - 10]
[Λεξικό Κριαρά]
μισθό το· μιστό.
  • 1)
    • α) Αγαθοεργία, ευεργεσία:
      • ελεημοσύνες και μιστά εις τους φτωχούς εκάμα (Τζάνε, Κρ. πόλ. 2678
    • β) (σε μεταφ. προκ. για ερωτική σχέση):
      • (Βοσκοπ. 106).
  • 2) Ανταμοιβή· ηθική ωφέλεια, όφελος:
    • μιστά και καλά οπού έχει τινάς στέκοντας εις την εκκλησίαν (Πηγά, Χρυσοπ. 58 (18)).

[<ουσ. μισθός με αλλαγή γένους. Ο τ. συν. στον πληθ. και σήμ. λαϊκ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μισθοδοσία η [misθoδosía] Ο25 : πληρωμή του μισθού σε κπ.: Έναρξη / διακοπή της μισθοδοσίας ενός υπαλλήλου.

[λόγ. < αρχ. μισθοδοσία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μισθοδοτικός -ή -ό [misθoδotikós] Ε1 : που έχει σχέση με τη μισθοδοσία.

[λόγ. μισθοδο(σία) -τικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μισθοδοτώ [misθoδotó] -ούμαι Ρ10.9 : δίνω μισθό σε κπ.: Οι δημόσιοι υπάλληλοι μισθοδοτούνται από το κράτος.

[λόγ. < αρχ. μισθοδοτῶ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μισθολογικός -ή -ό [misθolojikós] Ε1 : που έχει σχέση με το μισθολόγιο ή με το μισθό: ~ πίνακας. Mισθολογική εξίσωση ανδρών και γυναικών. Mισθολογική προαγωγή ενός υπαλλήλου. Mισθολογικές καταστάσεις. μισθολογικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. μισθολόγ(ιον) -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μισθολόγιο το [misθolójio] Ο40 : επίσημος πίνακας που καθορίζει το μισθό των υπαλλήλων, ιδίως των δημόσιων, κατά κλάδο, βαθμό ή αρχαιότητα: Tο ~ των εκπαιδευτικών / των δικαστικών / των στρατιωτικών. Ενιαίο ~, ίδιο για όλους τους υπαλλήλους. Εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου.

[λόγ. μισθ(ός) -ο- + -λόγιον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μισθός ο [misθós] Ο17 : 1α. (οικον.) η αμοιβή της μισθωτής εργασίας: Ονομαστικός* ~. Πραγματικός* ~. β. η μηνιαία χρηματική αμοιβή ενός υπαλλήλου: Mικρός ~ ή χαμηλός ~. ANT Mεγάλος ~ ή υψηλός ~. Οι εργαζόμενοι ζητούν αύξηση μισθών και ημερομισθίων. Ο δέκατος τρίτος ~, το δώρο των Xριστουγέννων. Bασικός* ~. (έκφρ.) ~ πείνας*. κόβω* σε κπ. μισθό. 2. (λογοτ.) ανταπόδοση ή ανταμοιβή για κτ.: Θα εισπράξουν το μισθό της προδοσίας. (έκφρ.) άξιος* ο ~ σου.

[λόγ. < αρχ. μισθός]

[Λεξικό Κριαρά]
μισθός ο· μιστός.
  • 1)
    • α) Καθορισμένη αμοιβή που δίνεται ως αντάλλαγμα εργασίας ή υπηρεσίας, ανταμοιβή:
      • (Προδρ. III 212), (Αιτωλ., Μύθ. 12111
      • (προκ. για στρατιώτη):
        • ο στρατιώτης … να πάρει τα χρήματα του μιστού αυτού (Χρον. βασιλέων 656).
  • 2) Θεϊκή ανταμοιβή στη μέλλουσα ζωή για ενάρετες πράξεις:
    • να του δώσει ο Θεός … να εύρει τον Παράδεισον, να λάβει τον μισθόν του (Θρ. Κύπρ. 822
    • μισθόν ψυχικόν (Βακτ. αρχιερ. 149).
  • 3) (Συνεκδ.) αγαθοεργία, ευεργεσία, ελεημοσύνη:
    • Τώρα οι πλείστοι σου μισθοί σε φέρνουν (ενν. πάτερ Φραγκίσκε) εις τα ύψη (Σκλέντζα, Ποιήμ. 537· Ασσίζ. 14914).

[αρχ. ουσ. μισθός. Ο τ. και σήμ. λαϊκ. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μισθοσυντήρητος -η -ο [misθosindíritos] Ε5 : (για πρόσ.) που έχει ως μοναδικό βιοποριστικό μέσο ένα συνήθ. χαμηλό μισθό: Mισθοσυντήρητη οικογένεια. || (ως ουσ.) ο μισθοσυντήρητος: Διακοπές ή ταξίδια στο εξωτερικό είναι πράγματα απλησίαστα για μισθοσυντήρητους.

[λόγ. μισθ(ός) -ο- + συντηρη- (συντηρώ) -τος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μισθοτροφοδοσία η [misθotrofoδosía] Ο25 : χορήγηση του μισθού και των αναγκαίων τροφίμων σε υπάλληλο ιδίως στρατιωτικό.

[λόγ. μισθ(ός) -ο- + τροφοδοσία]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go