Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μεγα
151 εγγραφές [141 - 150]
[Λεξικό Κριαρά]
μεγαλωπός, επίθ.
  • Αρκετά μεγάλος:
    • έγινεν μεγαλωπόν το παιδίον (Πηγά, Χρυσοπ. 199 (25)).

[<επίθ. μεγάλος + κατάλ. ‑ωπός· άσχ. το μτγν. επίθ. μεγαλωπός]

[Λεξικό Κριαρά]
μεγάλως, επίρρ.
  • 1)
    • α) Πολύ υπερβολικά:
      • (Βέλθ. 732), (Χρον. Τόκκων 2231
    • β) με μεγάλη προσοχή, με περίσκεψη:
      • εξετάζουν ακριβώς, στοχάζουνται μεγάλως … άπασαν την αλήθειαν (Βυζ. Ιλιάδ. 300).
  • 2) Με δυνατή φωνή, δυνατά:
    • (Καλλίμ. 1314).
  • 3) Με μεγαλοπρέπεια, με λαμπρότητα:
    • ο βασιλεύς … μεγάλως τους εδέχθην (ενν. τους άρχοντες) (Γεωργηλ. Βελ. Λ 650).
  • 4) Με μεγάλη προθυμία:
    • Ως το ήκουσεν ο πρίγκιπας, μεγάλως το απεδέχτη (Χρον. Μορ. H 5344).
  • 5) Με βιασύνη, με σπουδή:
    • σε βλέπω, γέρον μου, ότι μεγάλως φεύγεις (Διγ. Z 3399).

[αρχ. επίρρ. μεγάλως]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μεγαμπάιτ το [meγabáit] Ο (άκλ.) : (πληροφ.) μετρική μονάδα που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της μνήμης του ηλεκτρονικού υπολογιστή και ισούται με ένα εκατομμύριο μπάιτ.

[λόγ. < αγγλ. megabyte (mega- = μεγα- 2)]

[Λεξικό Κριαρά]
Μεγαρίτης ο.
  • Που κατάγεται από τα Μέγαρα:
    • (Byz. Kleinchron. Á 3455).

[<τοπων. Μέγαρα + κατάλ. ‑ίτης. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μέγαρο το [méγaro] Ο40 : 1. μεγάλο και πολυτελές οικοδόμημα: Tο ~ της Bουλής / της Γερουσίας. Προεδρικό / δικαστικό ~. || ~ μουσικής. 2. (αρχαιολ.) η κεντρική αίθουσα του μυκηναϊκού ανακτόρου· (πρβ. μέλαθρο).

[λόγ. < αρχ. μέγαρον & σημδ. ιταλ. palazzo]

[Λεξικό Κριαρά]
μεγάρχης ο.
  • Μεγάλος άρχοντας:
    • αυθέντη μου, ευγενικέ μεγάρχα (Αχιλλ. (Smith) Ν 987).

[<επίθ. μέγας + ‑άρχης]

[Λεξικό Κριαρά]
μέγας, επίθ.· μεγάλος· ουδ. μέγαν· συγκρ. μεγαλιότερος· μεγαλλύτερος· μεγαλότερος· υπερθ. μεγαλότατος· μεγιστότατος· θηλ. μέγιστος.
— Βλ. και μείζων.
  • 1)
    • α) Μεγαλόσωμος, σωματώδης:
      • (Διγ. Z 3880
      • (προκ. για ζώα):
        • (Ερωτόκρ. Β́ 235
    • β) ψηλός:
      • (Ερμον. Δ 176).
  • 2) Ενήλικος· (ο πιο) μεγάλος στην ηλικία:
    • (Ερωφ. Δ́ 659
    • εφόρεσαν (ενν. οι άντρες Νινβέ) σακκί από μέγα αυτών και ως μικρόν (Ιων. III 5).
  • 3)
    • α) (Σχετ. με έκταση, μέγεθος, διαστάσεις, κλπ.) απέραντος, αχανής:
      • (Ριμ. κόρ. 598), (Πανώρ. Β́ 257
    • β) πελώριος, ευμεγέθης:
      • (Χρον. σουλτ. 4424
      • οι κοκάλοι του (ενν. του αλόγου) μεγάλοι (Πτωχολ. α 442).
  • 4) (Ως επίθ. του Θεού):
    • (Π. Ν. Διαθ. φ. 335 α 3).
  • 5) (Ως επίθ. της Παναγίας):
    • Μαρία … πανάχραντε, πάντων μεγαλοτέρα (Ντελλαπ., Ερωτήμ. 46).
  • 6) (Ως επίθ. βασιλέων, μοναρχών, κλπ.):
    • (Πτωχολ. α 193), (Byz. Kleinchron. Á 4415).
  • 7)
    • α) Επιφανής, σπουδαίος:
      • βασιλέα μέγαν (Πτωχολ. α 919· Πανώρ. Αφ. 25
      • οι μεγάλοι άνθρωποι οι κεφαλάδες όλοι (Χρον. Μορ. H 5697
    • β) ευγενής, που κατάγεται από αρχοντική γενιά:
      • πάντα στους μεγαλύτερους γυρεύγουσι (ενν. οι χαρές) να μπούσι (Ερωτόκρ. Ά 660).
  • 8) Που έχει μεγάλη ισχύ, δικαιοδοσία, κλπ.:
    • (Κορων., Μπούας 18
    • το αντίδικον μέρος αν θέλει … ποιεί κράξιμον εις μεγαλότερον κριτήν (Ελλην. νόμ. 51930).
  • 9) (Προκ. για φυσικά φαινόμενα) ισχυρός, σφοδρός:
    • (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 402), (Ερωφ. Β́ 237).
  • 10) (Προκ. για ήχους) δυνατός, ηχηρός:
    • (Χρον. Μορ. P 4817), (Ερωτόκρ. Β́ 955).
  • 11) (Προκ. για χρονική διάρκεια) πολύς:
    • ώρα διάβη μεγάλη (Αλεξ. 2759).
  • 12) Πολυάριθμος:
    • έθνος μεγάλο και δυνατό (Πεντ. Γέν. XVIII 18).
  • 13)
    • α) Προκ. για μεγάλη ένταση, διάρκεια, έκταση, κλπ. κάπ. κατάστασης, γεγονότος, κλπ.:
      • θανατικόν μέγα (Έκθ. χρον. 3311
      • μέγαν πόλεμον (Μαχ. 11023
    • β) (προκ. για ύπνο) βαθύς:
      • (Ιμπ. 541
    • γ) δεινός, φοβερός:
      • μεγάλον πράγμα και φρικτόν (Τζάνε, Κρ. πόλ. 2247
    • δ) ανδρείος, θαρραλέος:
      • είχεν (ενν. ο καπετάνιος) ψυχήν μεγάλην (Χρον. Τόκκων 160).
  • 14) Αξιόλογος, σημαντικός:
    • Μεγαλότατον είναι το βιβλίον της Αγίας Γραφής (Ροδινός 88).
  • 15) Υψηλός, βαθυστόχαστος:
    • (Ερωφ. Ά 585
    • νοήματα μεγάλα (Ιστ. πατρ. 1289).
  • 16)
    • α) Σοβαρός, «βαρύς»:
      • σφάλμα μας μεγάλο (Τζάνε, Κρ. πόλ. 9325
      • όρκον έκαμε μεγάλον (Πτωχολ. Β 308
    • β) δύσκολος, επικίνδυνος:
      • (Ερωφ. Δ́ 74
      • είντα ελπίδαν έχεις εις έτοιο πράμα δύσκολο, σ' έτοια δουλειά μεγάλη (Ερωτόκρ. Ά 367).
  • 17) Αυστηρός, ρητός:
    • ορίζει η … εκκλησία … επιτίμια και κανόνας μεγίστους (Μάρκ., Βουλκ. 3398).
  • 18) Ακριβός:
    • έκαμεν (ενν. ο βεζίρης) εις όλα τα πράγματα … από μικρόν έως μέγα νάρκι (Συναδ. φ. 73v).
  • 19) Υπερπλήρης:
    • μέγα μουζούρι θέλουσιν οπόταν αγοράζουν (Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 384).
  • 20) Πομπώδης, επιδεικτικός, καυχησιάρικος:
    • λόγια εύκαιρα και μεγάλα (Αιτωλ., Μύθ. 12629).
  • 21) (Προκ. για τη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα):
    • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 4531
    • Μέγα Σάββατον (Πουλολ. 180· Σπαν. (Ζώρ.) V 452).
  • 22) Εκτενής, διεξοδικός:
    • να σας ειπώ αφήγησιν, καταλογήν μεγάλην (Χρον. Μορ. H 1201).
  • 23) (Προκ. για γεύμα) πλούσιο:
    • (Φλώρ. 777).
  • Εκφρ.
  • 1) Εις το μέγα, βλ. εις Εκφρ. 18.
  • 2) Μέγας αυθέντης ή αφέντης = σουλτάνος (πβ. αυθέντης 5 και μεγαφέντης):
    • (Byz. Kleinchron. Á 27323, 36917).
  • 3) Μεγάλη αυλή, βλ. αυλή 3α έκφρ.
  • 4) Μέγα μύρο(ν), βλ. μύρον Εκφρ.
  • 5) Μέγας βασιλεύς =
  • (α) ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου:
    • (Byz. Kleinchron. Á 6101
  • (β) σουλτάνος:
    • (Byz. Kleinchron. Á 3205).
  • 6) Mέγας δομέστικος, βλ. δομέστικος 1β.
  • 7) Μέγας δουξ ή δούκας, βλ. δουξ 2.
  • 8) Μεγάλη εκκλησία =
  • (α) η Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης:
    • (Hagia Sophia ω 5164
  • (β) το Οικουμενικό Πατριαρχείο:
    • (Συναδ. φ. 47r).
  • 9) Μέγας Κύρης, βλ. κύρης 1α έκφρ.
  • 10) Μέγας λογοθέτης, βλ. λογοθέτης Ά1β και Β́2.
  • 11)
  • α) Μέγας μάγιστρος, βλ. μάγιστρος
  • β) μέγας μα(γ)ίστωρ ή μαΐστορας, βλ. μαγίστωρ Έκφρ.
  • 12)
  • α) Μέγας μεσάζος, βλ. μεσάζος
  • β) μέγας μεσάζων, βλ. μεσάζων έκφρ.
  • 13) Μέγα μήνυμα, βλ. μήνυμα 5.
  • 14) Μέγα πράγμα = θαύμα:
    • (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 259r).
  • 15) Μέγας πριμικήριος, βλ. πριμικήριος.
  • 16) Μέγας προφήτης = ο Μωάμεθ:
    • (Διγ. Gr. 278).
  • 17) Μέγας σακελλάριος, βλ. σακελλάριος.
  • 18) Μέγας στρατοπεδάρχης, βλ. στρατοπεδάρχης.
  • 19) Mεγάλη Συντροφία, βλ. συντροφία.
  • 20) Μέγας τσαούσης, βλ. τσαούσης.
  • Το αρσ. ως ουσ. = άρχοντας, αξιωματούχος:
    • (Πτωχολ. α 276).
  • Το ουδ. ως ουσ.·
    • φρ. φρονώ τα μεγάλα = έχω αλαζονικές ιδέες:
      • (Βίος Αλ. 3899).
  • Τα ουδ. μέγα(ν) και μεγάλα επιρρ. = πολύ, σε μεγάλο βαθμό:
    • (Βέλθ. 392
    • τα χείλη σου … μεγάλα σ' ασχημίζουν (Βέλθ. 563
    • (μαζί με ουσ. πιθ. ως επίρρ. αντί επιθ.):
      • τα τείχη να χαλούσι, μέγα χαλάστρα να γενεί (Τζάνε, Κρ. πόλ. 38312· Μαχ. 383).
  • [αρχ. επίθ. μέγας. Ο τ. μεγάλος (κλητ. ‑ε αρχ., L‑S· αιτ. ‑ον μτγν., Steph.) τον 4. αι. και σήμ. Ο συγκρ. μεγαλότερος τον 9. αι. και στο ΕΜ. Ο υπερθ. μεγαλότατος στο ΕΜ και μεγιστότατος μτγν. Η λ. και διάφ. τ. σήμ. ιδιωμ.]

    [Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
    μέγας μεγάλη μέγα [méγas] Ε αρσ. και ουδ. γεν. μεγάλου, πληθ. ονομ. αρσ. μεγάλοι, ουδ. μεγάλα, γεν. μεγάλων : (λόγ.) μεγάλος. 1. (συνήθ. σε τοπωνύμια) για διαστάσεις: Mέγα Σπήλαιο. Mέγας Ειρηνικός Ωκεανός. || (ως ουσ.) ο μέγας, ο αντίχειρας. 2. (συνήθ. ως προσωνυμία) α. που είναι σημαντικός, αξιόλογος: Ο Mέγας Aλέξανδρος ή Aλέξανδρος ο Mέγας. Mέγα Σάββατο. Ο Mέγας δούκας. (έκφρ.) ~ και τρανός / και πολύς, πολύ σπουδαίος ή πολύ πλούσιος. Mέγας είσαι, Kύριε, (και θαυμαστά* τα έργα Σου). β. που είναι ιεραρχικά ανώτατος: Mέγας Εσπερινός. Mέγας Aρχιερέας.

    [λόγ. < αρχ. μέγας]

    [Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
    μεγάτονος ο [meγátonos] Ο20 : μετρική μονάδα που ισοδυναμεί με ένα εκατομμύριο τόνους και χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της πυρηνικής ενέργειας: Aτομική βόμβα εκατό μεγατόνων.

    [λόγ. < γαλλ. mégatonne (méga- = μεγα- 2)]

    [Λεξικό Κριαρά]
    μεγαφέντης ο.
    • Ο σουλτάνος:
      • (Κατζ. Β́ 20).

    [<έκφρ. μέγας αφέντης (βλ. μέγας Εκφρ. 3)· πβ. παλαιότ. ιταλ. gransignore (Battaglia)]

    < Προηγούμενο   1... 12 13 14 [15] 16   Επόμενο >
    Μετάβαση στη σελίδα:Βρες