Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μανία
13 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μανία η [manía] Ο25α : 1. έντονη αγάπη κάποιου για κτ. με αποτέλεσμα να το επιδιώκει ή να ασχολείται υπερβολικά με αυτό· πάθος: Έχει ~ με το κυνήγι / τα σπορ / για τη μουσική / την καθαριότητα. Tώρα του κόλλησε η ~ να μαζεύει γραμματόσημα. Bρε ~ που την έχει!, για κπ. που επιμένει πολύ σε κτ. || Aγοραστική / καταναλωτική ~. (λόγ. έκφρ.) μετά μανίας, με πάθος: Επιδιώκει μετά μανίας να διακριθεί. 2α. πολύ μεγάλη ένταση ή βιαιότητα: H ~ των εχθρικών επιθέσεων. Δουλεύει με ~. Tο πλοίο δεν μπόρεσε να αντέξει στη ~ των ανέμων. β. μεγάλος και συνήθ. παράλογος θυμός: Tον πιάνει ~, όταν βλέπει το γραφείο του βρόμικο. ΦΡ γίνομαι / είμαι πυρ* και ~. 3. (ιατρ.) ψυχοπνευματική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από κυριαρχία έμμονων ιδεών: Πάσχει από ~ καταδιώξεως / φυγής. Bαριές μορφές ανωμαλίας της συναισθηματικής ζωής είναι η ~ και η μελαγχολία.

[λόγ. < αρχ. μανία]

[Λεξικό Κριαρά]
μανία η· μανιά.
  • 1) Τρέλα, παραφροσύνη:
    • (Λίβ. (Lamb.) N 97).
  • 2) Μεγάλη οργή· εχθρότητα:
    • τον δούκαν … εδέσαν … και με μανίαν τον έβγαλαν όλοι από τον πύργον (Κορων., Μπούας 50).
  • 3) Πολεμικό μένος:
    • εις την Εβιεννίαν ο Σολομάνης έγενε μετά πολλήν μανίαν (Αξαγ., Κάρολ. Έ 292).
  • 4) Ορμή, αγριότητα:
    • ως άρκτοι γαρ ορμήθησαν μετά πολλήν μανίαν (Κορων., Μπούας 74).
  • 5) Μίσος, κακία:
    • Το Ναβουθαί … διχώς να φθαίσει εφόνευσε η Εζάβελ με μανία (Βεντράμ., Γυν. 16).
  • 6) Πάθος· σφοδρή επιθυμία για κ.:
    • με μανία να θανατώσει έτρεχε τον άξιο νεανία (Διγ. O 1917).
  • Έκφρ. μεγάλος της μανίας = (πιθ.) μεγαλομανής, φαντασμένος:
    • (Αξαγ., Κάρολ. Έ 284).

[αρχ. ουσ. μανία. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μανιάζω [maázo] Ρ2.1α μππ. μανιασμένος* : κατέχομαι από μανία2. α. θυμώνω πολύ: Mάνιασε ο βασιλιάς και σήκωσε απειλητικά το μαστίγιό του. β. γίνομαι πολύ έντονος ή βίαιος: Mανιάζει ο άνεμος / η φουρτούνα.

[μσν. μαν(ίζω) μεταπλ. -ιάζω < αρχ. ρ. μαίνομαι μεταπλ. με βάση το γ' πληθ. αορ. ἐμάνησαν (σύγκρ. σήπομαι > ἐσάπησαν > σαπίζω)]

[Λεξικό Κριαρά]
μανιάζω.
  • Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = οργισμένος, αγριεμένος:
    • δράκοι μανιασμένοι (Τζάνε, Κατάν. 481 (βεν. έκδ. μανι‑)).

[<μανίζω αναλογ. με ρ. σε ‑ιάζω· πβ. και μτγν. ‑ιάω. Η λ. και σήμ ιδιωμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
μανιάκης ο.
  • Περιδέραιο:
    • (Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 356).

[μτγν. ουσ. μανιάκης]

[Λεξικό Κριαρά]
μανιάκιον το· μανάκι(ο)ν.
  • 1) Περιδέραιο:
    • μανακίων διαμαργάρων (Ψευδο-Σφρ. 36233).
  • 2) Περιλαίμιο:
    • εγώ είχα σκυλολόγια, 'λητάρια και μανάκια (Σαχλ., Αφήγ. 140).

[<ουσ. μανιάκης + κατάλ. ‑ιον. Ο τ. (‑ιν) μτγν. (L‑S). T. ‑ι στο Βλάχ. Η λ. τον 4.αι. (Lampe) και σε σχόλ.]

[Λεξικό Κριαρά]
μανιακός, επίθ.
  • Παράφορος, τρελός· μανιώδης:
    • (Θησ. (Foll.) I 43
    • άφες το να είσαι μανιακή κατά του ποθητού σου (Λίβ. P 1397).
  • Το ουδ. ως ουσ. = μανία, τρέλα:
    • μετέπεσεν εις ήμερον, το μανιακόν αφήκεν (Λίβ. P 2271).

[<επίθ. μανικός με μεταπλ. Η λ. σε Γλωσσάρ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μανιακός -ή -ό [manakós & maniakós] Ε1 : (για πρόσ.) που κατέχεται από μανία. α. που αγαπά και επιδιώκει έντονα κτ. ή ασχολείται υπερβολικά με αυτό: Είναι ~ με την καθαριότητα / με το ποδόσφαιρο. β. που πάσχει από μανία3: ~ δολοφόνος. || (ως ουσ.) ο μανιακός: Ένας επικίνδυνος ~.

[α: ελνστ. μανιακός· β: λόγ. < ελνστ. μανιακός]

[Λεξικό Κριαρά]
μανιάρης, επίθ.
  • Μανιακός, οξύθυμος, αψύς:
    • λίτες και δώσια να αγαπά, να φαίνεται μανιάρης (Σαχλ., Αφήγ. 332).

[<ουσ. μανία + κατάλ. ‑ιάρης]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μάνιασμα το [mánazma] Ο49 : το αποτέλεσμα του μανιάζω.

[μανιασ- (μανιάζω) -μα]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go