Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: κογιονάρω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κογιονάρω [kojonáro] Ρ6α : (λαϊκότρ.) κοροϊδεύω.

[βεν. cogionar ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες