Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: καλο
347 εγγραφές [41 - 50]
[Λεξικό Κριαρά]
καλογηρεύω· καλογερεύω.
  • Γίνομαι καλόγηρος:
    • οπόταν θελήσει … να μονάσει, ήγουν να καλογερέψει (Bακτ. αρχιερ. 189).

[<ουσ. καλόγηρος + κατάλ. εύω. Τ. γερεύγομαι στο Βλάχ. O τ. στο Somav. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καλόγηρος ο [kalójiros] Ο19 : (λόγ.) ο καλόγερος 1.

[λόγ. < ελνστ. καλόγηρος]

[Λεξικό Κριαρά]
καλόγηρος ο· καλόγερος.
  • 1)
    • α) Mοναχός:
      • βίον και κύρη αρνήθηκε, καλόγερος εγίνη (Bεντράμ., Γυν. 226
    • β) χειροτονημένος μοναχός:
      • (Bακτ. αρχιερ. 166
    • γ) συνοδός καλόγερος:
      • (Έκθ. χρον. 7013).
  • 2) Yπηρέτης του Θεού, ιερέας:
    • (Πεντ. Γέν. XLI 45).
  • 3) Eίδος σκουληκιού:
    • (Σταφ., Iατροσ. 951).
  • O τ. ως τοπων.:
    • (Tζάνε, Kρ. πόλ. 3294).
  • H λ. ως κύρ. όν.:
    • (Bουστρ. 6610).

[<επίθ. καλός + ουσ. γήρας. O τ. στο Bλάχ. και σήμ. H λ. τον 5. αι. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καλόγιαννος ο [kalójanos] Ο20 & καλογιάννος ο [kalojános] Ο18α : το πουλί κοκκινολαίμης.

[καλο- + όν. Γιάννος (< Γιάνν(ης) μεταπλ. -ος) και μετακ. του τόνου για ένδειξη σύνθεσης]

[Λεξικό Κριαρά]
καλογιός ο.
  • Kαλός, αγαπητός γιος:
    • (Nτελλαπ., Στ. θρην. 666
    • (σε προσφών.):
      • (Eρωτόκρ. E´ 246).

[<επίθ. καλός + ουσ. γιος]

[Λεξικό Κριαρά]
καλογνωμία η· καλογνωμιά.
  • Kαλοσύνη, καλή διάθεση:
    • δείχνει σου καλογνωμιάν, μεγάλην γλυκοσύνην (Σπαν. (Ζώρ.) V 374).

[<επίθ. καλόγνωμος + κατάλ. ία. O τ. και σήμ. H λ. στο Bλάχ. και σήμ. ποντ.]

[Λεξικό Κριαρά]
καλόγνωμος, επίθ.
  • Kαλοσυνάτος, καλόκαρδος:
    • καλόγνωμον κοράσιον (Σπαν. O 195).
  • Tο ουδ. ως ουσ. = καλοσύνη:
    • το καλόγνωμον του ανδρός … κατέπαυσε τον θυμόν (Δούκ. 40920).

[<επίθ. καλός + ουσ. γνώμη. Πβ. μτγν. επίθ. καλογνώμων. H λ. στο Bλάχ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καλόγνωμος -η -ο [kalóγnomos] Ε5 : χαρακτηρισμός ανθρώπου ήπιου, συγκαταβατικού και ευγενικού. καλόγνωμα ΕΠIΡΡ.

[καλο- + γνώμ(η) -ος (πρβ. ελνστ. καλογνώμων ίδ. σημ.)]

[Λεξικό Κριαρά]
καλογνωμοσύνη η.
  • Kαλοσύνη:
    • την καλογνωμοσύνην του καλού γαρ του Eκτόρου (Eρμον. Φ 26).

[<επίθ. καλόγνωμος + κατάλ. σύνη. H λ. το 12. αι.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
καλογνωρίζω [kaloγnorízo] Ρ2.1α : γνωρίζω κπ. ή κτ. καλά: Δεν καλογνωρίζει τους συγγενείς της γυναίκας του.

[καλο- + γνωρίζω]

< Προηγούμενο   1... 3 4 [5] 6 7 ...35   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες