Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: θυμίζω
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θυμίζω [θimízo] Ρ2.1α : 1. επαναφέρω στη μνήμη κάποιου κτ. το οποίο δεν πρέπει να ξεχάσει· υπενθυμίζω: Θύμισέ μου να σου φέρω τα λεφτά αύριο. || Mη μου θυμίζεις δυσάρεστες καταστάσεις. 2. για κτ. το οποίο δραστηριοποιεί τη μνήμη μου με βάση την ομοιότητα που έχει με κτ. που γνωρίζω: Aυτό δε σου θυμίζει τίποτα; Tα γραπτά του θυμίζουν πολύ Ροΐδη, το ύφος του Ροΐδη. || Mου θυμίζει τόσο τον πατέρα της!, μου θυμίζει χαρακτηριστικά του στοιχεία.

[μσν. ενεργ. θυμίζω < μέσο θυμίζομαι < ελνστ. ἐνθυμίζομαι, με αφομ. [nθ > θθ], απλοπ. του διπλού συμφ. [θθ > θ] και αποβ. του αρχικού άτ. φων. < αρχ. ἐνθυμοῦμαι (δες θυμάμαι)]

[Λεξικό Κριαρά]
θυμίζω.
  • I. (Ενεργ. μτβ.) υπενθυμίζω:
    • να του θυμίζει τα πρεπά (Ερωτόκρ. Α´ 1284).
  • II. (Μέσ. μτβ.) θυμάμαι:
    • θυμίζετον το κάλλος (ενν. της κόρης) (Διγ. Α 1797).

[<ενθυμίζω. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go