Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: θα
185 εγγραφές [131 - 140]
[Λεξικό Κριαρά]
θαρρικώς, επίρρ.
  • Με θάρρος:
    • (Σπαν. A 175).

[<*επίθ. θαρρικός. Η λ. τον 5.(;) αι. (Steph.)]

[Λεξικό Κριαρά]
θάρρισμα το.
  • Θάρρος:
    • αγάπα την … μήπως και πάρει θάρρισμα (Δεφ., Λόγ. 299).

[<αόρ. του θαρρώ αναλογ. με ουσ. σε ισμα]

[Λεξικό Κριαρά]
θάρρο το,
βλ. θάρρος (II).
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θάρρος το [θáros] Ο46α λαϊκότρ. πληθ. και θάρρητα : 1. ψυχική δύναμη που τη χαρακτηρίζει η περιφρόνηση του κινδύνου, η απουσία φόβου στην αντιμετώπιση ενός κινδύνου και γενικότερα μιας δύσκολης κατάστασης· τόλμη, γενναιότητα. ANT δειλία: Παρασημοφορήθηκε για το ~ που επέδειξε στη μάχη. Aντιμετωπίζει με ~ τις δυσκολίες. Δίνω ~ σε κπ., τον ενθαρρύνω. Παίρνω / αντλώ ~, ενθαρρύνομαι. Xάνω το ~ μου, δειλιάζω. Έχω το ~ της γνώμης* μου. 2. οικειότητα που οφείλεται σε στενή σχέση: Έχει ~ με τον υπουργό. Mίλα του εσύ, που του έχεις περισσότερο ~. Θα σου ζητήσω κάτι, με όλο το ~. || Πολύ ~ σου ΄δωσα / πολύ ~ πήρες, για υπερβολική, μη επιθυμητή οικειότητα.

[αρχ. θάρρος (αττ. τ. αντί του πιο κοινού θάρσος)]

[Λεξικό Κριαρά]
θάρρος (I) ο.
  • 1) Θάρρος:
    • όπου είναι φουσσάτα … δυνατά, αυτού έναι ο θάρρος (Διήγ. Αλ. V 56).
  • 2) Εμπιστοσύνη:
    • (Ευγέν. 193).

[<ουσ. θάρρος το με αλλαγή γένους]

[Λεξικό Κριαρά]
θάρρος (II) το· θάρρο· θάρσος· πληθ. θάρρετα· θάρρητα.
  • 1) Θάρρος, τόλμη:
    • αποκρίνεται την κόρην μετά θάρρος (Λίβ. Esc. 1443
    • έκφρ. τση καρδιάς τα θάρρη = γενναιότητα:
      • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 2675
    • φρ. κάνω θάρρος, βλ. κάνω Φρ. 36.
  • 2)
    • α) Ελπίδα:
      • είχον θάρρος όπως αιφνιδίως πατήσωσιν αυτούς (Έκθ. χρον. 742
    • β) αυτό που δίνει θάρρος κι ελπίδα, «στήριγμα»:
      • Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλην την αγία, το θάρρος … και την απαντοχήν τους (Ανακάλ. 4
      • εκφρ.
        • (1) εις το θάρρος κάπ. (ή κάπ. πράγματος) = υπό την προστασία κάπ. ή κάπ. πράγματος:
          • (Μαχ. 35026
        • (2) εις θάρρος = το πιο πολύ:
          • (Γεωργηλ., Θαν. 149
      • φρ. έχω (το) θάρρος (μου) σε (εις) κάπ. ή σε κ. = ελπίζω σε κάπ., «στηρίζομαι», υπολογίζω σε κάπ. ή σε κ.:
        • (Χρον. Τόκκων 2057), (Σπαν. O 97).
  • 3)
    • α) Εμπιστοσύνη:
      • εδά ’χασα τα θάρρη του (ενν. του αφέντη) κι έχω την έχθρητά του (Ερωτόκρ. Γ´ 950
      • φρ. έχω το θάρρος σε κάπ. = εμπιστεύομαι κάπ.:
        • (Ευγέν. 188
    • β) καλή πίστη:
      • (Ασσίζ. 23322
    • γ) αυτοπεποίθηση:
      • μη σας πλανέσει λυγερές της ομορφιάς το θάρρος (Π. Ν. Διαθ. φ. 246β 21
    • δ) αλαζονεία:
      • αν έναι θάρρος εις αυτές και υπεριψιά εις εκείνους (Απόκοπ. 122).
  • 4) Ανάπαυλα· άνεση χρόνου:
    • (Φλώρ. 684).

[αρχ. ουσ. θάρρος. Ο πληθ. θάρρη στο Du Cange (λ. θάρος) και σήμ. κρητ. Ο πληθ. θάρρητα και σήμ. ιδιωμ. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
θαρρούμενα, επίρρ.
  • 1) Χωρίς φόβο, με θάρρος, με ασφάλεια:
    • να έλθουν εις την Κύπρον θαρρούμενα απάνω εις οποίον καράβιν θέλουν (Μαχ. 13633‑4).
  • 2) Αυστηρά:
    • ο πρίντζης πολλά εκατηγόρησεν τον ποδέσταν … και είπεν του θαρρούμενα (αυτ. 31617).

[<μτχ. θαρρούμενος του θαρρώ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θαρρώ [θaró] Ρ10.9α λαϊκότρ. αόρ. και θάρρεψα, απαρέμφ. και θαρρέψει : (οικ.) έχω τη γνώμη, την πεποίθηση· νομίζω, πιστεύω: ~ πως κάνεις λάθος / ότι έχεις δίκιο. Θάρρεψες πως θα γλίτωνες; Σε θαρρούσα πιο έξυπνο. Όταν κοιτάζω αυτό το παιδί, ~ πως βλέπω τον πατέρα του. Mη θαρρείς πως τα ξέρεις όλα.

[μσν. θαρρώ (στη σημερ. σημ.) < αρχ. θαρρῶ `έχω θάρρος, έχω εμπιστοσύνη σε κτ., πιστεύω΄]

[Λεξικό Κριαρά]
θαρρώ· θάρρω· θαρσώ· αόρ. (ε)θάρρεσα· (ε)θάρρησα· μτχ. ενεστ. θαρρούμενος.
  • Α´ Μτβ.
    • 1) Παίρνω το θάρρος, τολμώ:
      • (Φαλιέρ., Ιστ. 665).
    • 2)
      • α) Ελπίζω, περιμένω κ.:
        • να μη θαρρείτε να λάβετε βασίλειον (Ιστ. Βλαχ. 2679
      • β) υπολογίζω σε κάπ. ή σε κ., «στηρίζομαι» σε κάπ.:
        • Αφέντη σας εχάσατε, σε ποιον τώρα θαρρείτε; (Αλεξ. 1894
        • φρ. είμαι θαρρούμενος =
          • (α) ελπίζω:
            • (Μαχ. 58625
          • (β) «στηρίζομαι», υπολογίζω σε κ.:
            • (Μαχ. 18228
          • (γ) έχω εμπιστοσύνη:
            • (Ασσίζ. 15116).
    • 3) Νομίζω, φαντάζομαι, πιστεύω κ.:
      • τα μάτια σου βλέπω, θαρρώ και είναι βουρκωμένα (Διγ. O 2706).
    • 4)
      • α) Εμπιστεύομαι, έχω εμπιστοσύνη σε κάπ.:
        • θαρρούμεν εις εσέν (ενν. τον Κύριο) (Ιστ. Βλαχ. 2600
      • β) εμπιστεύομαι κ. σε κάπ.:
        • λόγον τινά απόκρυφον βούλομαί σοι θαρρήσαι (Διγ. Gr. 422
        • φρ. ποιώ κάπ. θαρρούμενον = κάνω κάπ. να με εμπιστευτεί, τον πείθω:
          • (Ασσίζ. 28312).
  • Β´ Αμτβ.
    • 1)
      • α) Παίρνω θάρρος:
        • εθαρρήσασιν οι Τρώες (Ερμον. Ν 101
      • β) έχω θάρρος:
        • θαρρών επιλογήθη (Αχιλλ. L 201).
    • 2) Νομίζω, φαντάζομαι:
      • Δεν είν’ δικοί σου, σα θαρρείς (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ´ [588]).
    • 3) Εμπιστεύομαι:
      • (Διήγ. παιδ. 278).
  • Η μτχ. θαρρούμενος ως επίθ. =
    • 1) Σίγουρος:
      • ας είσαι θαρρούμενος, δεν θέλει διαβήν η Κερεκή και θόλομεν εσμικτήν αντάμα (Μαχ. 6562).
    • 2) Εξασφαλισμένος, ασφαλής:
      • οι εγγυτάδες να ένι τοιούτοι άνθρωποι, διά να ένι καλά θαρρούμενος απ’ αυτούς (Ασσίζ. 45915).

[αρχ. θαρσέω (θαρρέω). Η μτχ. θαρρούμενος και σήμ. ποντ. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
θαρσαλεύω.
  • Παίρνω θάρρος:
    • (Λέοντ., Αίν. I 180).

[<επίθ. θαρσαλέος + κατάλ. εύω. Πβ. θαρσαλεόω τον 9. αι. (Steph.)]

< Προηγούμενο   1... 12 13 [14] 15 16 ...19   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες