Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: επιδειξι%
4 εγγραφές [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
επιδειξίας ο [epiδiksías] Ο3 : α.(ιατρ.) αυτός που πάσχει από επιδειξιομανίαα, αυτός που επιδιώκει να γυμνώνεται μπροστά σε άλλους ανθρώπους και ιδίως να επιδεικνύει τα γεννητικά του όργανα. β. καταχρηστικά, αυτός που του αρέσει να επιδεικνύεται, να προβάλλει τον εαυτό του για εντυπωσιασμό: Ο φίλος σου είναι μεγάλος ~.

[λόγ. επίδειξ(ις) -ίας μτφρδ. γαλλ. exhibitionniste]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
επιδειξιομανής ο [epiδiksiomanís] & επιδειξιμανής ο [epiδiksimanís] στη σημ. α Ο (βλ. Ε10) : α.(ιατρ.) αυτός που πάσχει από επιδειξιομανίαα, αυτός που επιδιώκει να γυμνώνεται μπροστά σε άλλους ανθρώπους και ιδίως να επιδεικνύει τα γεννητικά του όργανα. β. αυτός που του αρέσει να επιδεικνύεται, να προβάλλει τον εαυτό του για εντυπωσιασμό.

[λόγ. επίδειξι(ς) (-ο-) + -μανής μτφρδ. γαλλ. exhibitionniste]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
επιδειξιομανία η [epiδiksiomanía] & επιδειξιμανία η [epiδiksimanía] στη σημ. α Ο25 : α.(ιατρ.) ψυχοπαθολογική κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος επιδιώκει να γυμνώνεται μπροστά σε άλλους ανθρώπους και ιδίως να επιδεικνύει τα γεννητικά του όργανα: H ~ τιμωρείται από το νόμο ως προσβολή της δημόσιας αιδούς. β. η ιδιότητα αυτού που του αρέσει να επιδεικνύεται, να προβάλλει τον εαυτό του για εντυπωσιασμό.

[λόγ. επιδειξιομαν(ής), επιδειξιμαν(ής) -ία μτφρδ. γαλλ. exhibitionnisme]

[Λεξικό Κριαρά]
επίδειξις η.
  • Νομ.
    • α) Επιχειρηματολογία:
      • βλέπε την επίδειξιν του σου εγκαλουμένου (Ελλην. νόμ. 51413
    • β) το τυπικό της διαδικασίας:
      • τους εκταγιατικούς σου, ους λέγει η επίδειξις συνήγοροι καλούνται (αυτ. 51511).

[αρχ. ουσ. επίδειξις. Η λ. και σήμ. (η)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες