Παράλληλη αναζήτηση
| 746 εγγραφές [141 - 150] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Κριαρά]
- ένδερο(ν) το,
- βλ. έντερο(ν).
[Λεξικό Κριαρά]
- ένδετος, επίθ.
-
- Δεμένος:
- τα δ’ άλλα (ενν. ζώδια) ήσαν ένδετα προς των δημίων τας χείρας (Βέλθ. 349).
[<ενδέω· βλ. και L‑S]
- Δεμένος:
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- ενδέχεται [enδéxete] Ρ (απρόσ., μόνο στον ενεστ.) μπε. ενδεχόμενος* : είναι πιθανό, υπάρχει η πιθανότητα, μπορεί, δεν αποκλείεται: ~ να βρέξει. Δεν μπορώ να σας διαβεβαιώσω, ~ όμως να έχω επιστρέψει έγκαιρα. Δε θυμάμαι καλά, ~ όμως να το είπα. Θα έρθεις μαζί μας στον κινηματογράφο; -~.
[λόγ. < αρχ. ἐνδέχεται]
[Λεξικό Κριαρά]
- ενδέχομαι· εντέχομαι· γ´ εν. πρόσ. ενδέχει· μτχ. εντεχάμενος.
-
- 1) Μπορώ:
- εντέχομαι να το δείξω οπού με είδασιν πως του τα εδάνεισα (Ασσίζ. 16620).
- 2) (Απρόσ.) είναι δυνατόν, πιθανό:
- (Ασσίζ. 7518).
- 3) Ταιριάζει, πρέπει:
- λέγω τά ουκ ενδέχονται και τά με ουδέν αρμόζουν (Γλυκά, Στ. 294· Τρωϊκά 5223).
- 4) Είμαι υποχρεωμένος:
- οι λας της χώρας ουδέν εντέχουνται καν όλως να συνομοιώσουν (Ασσίζ. 1602).
- 5) Ανέχομαι:
- ο Θεός δεν θέλει το κακόν, μήτε καν το ενδέχεται (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 3ν).
- Το ουδ. της μτχ. ως ουσ. = το πρέπον, το αρμόζον, το καθήκον:
- ακέραιον το ενδεχόμενον εποίκα της αγάπης (Λίβ. N 3659· Ασσίζ. 12011).
[αρχ. ενδέχομαι. Το απρόσ. ενδέχεται και η μτχ. ενεστ. και σήμ.]
- 1) Μπορώ:
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- ενδεχόμενος -η -ο [enδexómenos] Ε5 : 1.που ενδέχεται, που είναι πιθανό να συμβεί· πιθανός: Φοβούνται μια ενδεχόμενη ήττα. Ποια είναι τα ενδεχόμενα αποτελέσματα;, τα πιθανά. Είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε όχι μόνο τις ενδεχόμενες αλλά και τις απρόβλεπτες δυσκολίες. Ενδεχόμενη άρνησή σας θα προκαλέσει δυσαρέσκεια. 2. (ως ουσ.) το ενδεχόμενο, για ό,τι είναι ενδεχόμενο, πιθανό να συμβεί: Εξέτασαν με προσοχή όλα τα ενδεχόμενα, τις πιθανότητες. || (με γεν.): Φοβάμαι / αντιμετωπίζω το ενδεχόμενο (μιας / της) αποτυχίας, την πιθανότητα μιας αποτυχίας ή (την) αποτυχία που είναι πιθανή. || Είναι / υπάρχει ενδεχόμενο να, ενδέχεται να. (έκφρ.) για κάθε ενδεχόμενο / διά παν ενδεχόμενο, για κάθε πιθανή περίσταση· ΣYN ΦΡ καλού κακού.
ενδεχομένως* ΕΠIΡΡ. [λόγ. επίθ. < αρχ. ουδ. ἐνδεχόμενον]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- ενδεχομένως [enδexoménos] επίρρ. διστ. : (για δήλωση επιφύλαξης, δισταγμού) ίσως, πιθανώς, πιθανόν: Δεν ξέρω· ~ να λείπω, μπορεί, ενδέχεται, είναι ενδεχόμενο να λείπω. ~ να έσφαλα, αν και δε νομίζω. ~ να μη βρέξει, αλλά καλού κακού πάρε την ομπρέλα. ~ δε θα έρθει, αλλά ας περιμένουμε ακόμα λίγο. Θα παραστείς στην αυριανή συνεδρίαση; -~.
[λόγ. < ελνστ. ἐνδεχομένως]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- ενδημία η [enδimía] Ο25 : α.(ιατρ.) η συνεχής ή τακτική εμφάνιση λοιμώδους νόσου σε ορισμένο τόπο και σε περιορισμένο αριθμό ατόμων. β. (λόγ.) διαρκής διαμονή σε ορισμένο τόπο.
[λόγ.: β: ελνστ. ἐνδημία `κατοικία σε έναν τόπο΄· α: γαλλ. endém(ie) -ία (κατά το epidémie = επιδημία) με βάση την αρχ. φρ. ἔνδημον νόσημα `ενδημικό νόσημα΄]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- ενδημικός -ή -ό [enδimikós] Ε1 : α.(ιατρ.) για λοιμώδη νόσο που εμφανίζεται σε ορισμένο τόπο τακτικά ή συνεχώς και προσβάλλει περιορισμένο αριθμό ατόμων: Ενδημικό νόσημα. Ενδημική μορφή νόσου. H νόσος εμφανίζεται ως ενδημική στις χώρες της Aσίας, προσβάλλει όμως και άλλες χώρες με τη μορφή επιδημίας. || (μτφ.): Ενδημικά κοινωνικά φαινόμενα. β. (βοτ., ζωολ.) που αναπτύσσεται σε μια ορισμένη περιοχή, που έχει περιορισμένη γεωγραφική εξάπλωση: Ενδημικά φυτά / είδη.
[λόγ. < γαλλ. endémique < endém(ie) = ενδημ(ία) -ique = -ικός]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- ενδημικότητα η [enδimikótita] Ο28 : (ιατρ.) η ιδιότητα του ενδημικού· η συνεχής ή τακτική εμφάνιση νόσου σε ορισμένο τόπο. || (μτφ.): H ~ του φαινομένου της κρίσης της εξουσίας στη χώρα μας.
[λόγ. ενδημικ(ός) -ότης > -ότητα]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- ενδημοεπιδημία η [enδimoepiδimía] Ο25 : (ιατρ.) η επέκταση ενδημικής νόσου σε μεγαλύτερο πληθυσμό και η εξέλιξή της σε επιδημία.
[λόγ. ενδημ(ικός) -ο- + επιδημία]



