Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ελευθερία
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ελευθερία η [elefθería] Ο25 : η απουσία περιορισμού, η ιδιότητα ή η κατάσταση εκείνου που δεν εμποδίζεται ή δε δεσμεύεται από κανέναν εξωτερικό ή εσωτερικό παράγοντα: Εσωτερική / εξωτερική ~. Aπόλυτη ~. Tο αγαθό της ελευθερίας. H ~ σκέψης / δράσης. || H ~ της βούλησης (ενός ατόμου), η ικανότητά του να αποφασίζει και να ενεργεί ανεξάρτητα από κάθε εξωτερικό ή εσωτερικό παράγοντα. || (ειδ.) ό,τι οι νόμοι επιτρέπουν να πράττει ή να μην πράττει κάποιος: Aστικές / πολιτικές / ατομικές ελευθερίες. Θρησκευτική / προσωπική ~. Οι ελευθερίες του ατόμου / του πολίτη. ~ λόγου. ~ του τύπου. Aκαδημαϊκές* ελευθερίες. || (για κράτη, έθνη) η μη εξάρτηση από την εξουσία ή την κυριαρχία άλλου κράτους· λευτεριά. ANT δουλεία, σκλαβιά: Εθνική ~. ~ ή θάνατος*. H ~ των λαών. || Tο δέντρο της Ελευθερίας. Tο άγαλμα της Ελευθερίας, στη Nέα Yόρκη.

[λόγ. < αρχ. ἐλευθερία]

[Λεξικό Κριαρά]
ελευθερία η· ελευθεριά· ελευτερία· ελευτεριά· ’λευθερία· ’λευθεριά· λευτεριά.
  • 1) Ελευθερία:
    • (Ερωφ. Δ´ 570), (Ζήν. Δ´ 60).
  • 2) Απελευθέρωση δούλου:
    • ο αφέντης να δώσει ελευθερίαν του σκλάβου του (Ασσίζ. 40017).
  • 3) Απαλλαγή· λύτρωση, σωτηρία:
    • στους πειρασμούς και παν κακόν είναι (ενν. η Παναγία) ελευθερία (Διακρούσ. 11710).
  • 4) Ανεξαρτησία:
    • λευτεριά τσ’ εξάς μου (Φορτουν. Γ´ 381).
  • 5) Δικαίωμα, προνόμιο· παραχώρηση:
    • ελευθερίες τους σκλάβους … εποίκεν (Μαχ. 50625· Τζάνε, Κρ. πόλ. 5456).
  • 6) Κατοχή, κυριότητα:
    • σπίτια, χωράφια, στάμενα να ’ναι στην λευτεριά του (Τζάνε, Κρ. πολ. 2228).
  • 7) Γενναιοδωρία:
    • να εχάρισε δύο μιλιούνια φλωρία, διά να δείξει την ελευτερίαν του χερίου του (Χρον. σουλτ. 1418).
  • 8) Έλλειψη δισταγμού:
    • τ’ άλλα σου, … κάλλη να μου χαρίσεις … με λευτεριά μεγάλη (Φαλιέρ., Ιστ. 618).
  • 9) Ευκινησία:
    • ώρες πασσάτες ήκανα με ελευτεριά μεγάλη (Στάθ. Γ´ 28).

[αρχ. ουσ. ελευθερία. Ο τ. ’λευθεριά στο Somav. Ο τ. ελευτερία και σήμ. κυπρ. και ποντ. Η λ. και ο τ. λευτεριά και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ελευθεριάζω [elefθeriázo] Ρ2.1α : ζω, συμπεριφέρομαι με τρόπο που ξεπερνά τους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις μιας κοινώς αποδεκτής ηθικής, που δεν είναι σύμφωνος με τα χρηστά ήθη: Ελευθερίαζε ως προς την τήρηση των εντολών του Kορανίου, αλλά δεν ήταν και άκρατος οινοπότης.

[λόγ. < αρχ. ἐλευθεριάζω `πράττω όπως ταιριάζει σε ελεύθερο΄ σημδ. γαλλ. libertiner]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ελευθεριάζων -ουσα -ον [elefθeriázon] Ε12 : (λόγ.) που ξεπερνά τους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις μιας κοινώς αποδεκτής ηθικής, που δεν είναι σύμφωνος με τα χρηστά ήθη· (πρβ. ελευθέριος): Ελευθεριάζοντα ήθη. Ελευθεριάζουσες απόψεις / συνήθειες. Ελευθεριάζουσα συμπεριφορά.

[λόγ. μεε. του ελευθεριάζω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go