Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εγκύκλιος -ος -α -ο
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εγκύκλιος η [engíklios] Ο36 : γραπτή οδηγία, συνήθ. σχετική με την ερμηνεία και την εφαρμογή νόμου ή διατάγματος, η οποία αποστέλλεται από μια κεντρική αρχή συγχρόνως προς όλες τις υφιστάμενές της υπηρεσίες: Yπουργική / ερμηνευτική / τηλεγραφική ~. ~ του Yπουργείου Εσωτερικών προς τους νομάρχες. H εφαρμογή των εγκυκλίων είναι υποχρεωτική για τους δημόσιους υπαλλήλους. || (εκκλ.): Πατριαρχική ~. ~ της Iεράς Συνόδου. || (ως επίθ.): ~ επιστολή, ημιεπίσημη επιστολή που αποστέλλεται σε ορισμένο κύκλο προσώπων.

[λόγ. ουσιαστικοπ. θηλ. του επιθ. εγκύκλιος σημδ. γαλλ. circulaire]

[Λεξικό Κριαρά]
εγκύκλιος, επίθ.
  • (Προκ. για μαθήματα) που αναφέρονται στη γενική μόρφωση:
    • (Σοφιαν., Παιδαγ. 108).

[αρχ. επίθ. εγκύκλιος. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εγκύκλιος -ος / -α -ο [engíklios] Ε15 : (λόγ.) που έχει σχέση με τη γενική μόρφωση: ~ παιδεία. Εγκύκλιες σπουδές, που έχουν για αντικείμενό τους το σύνολο (ή τον κύκλο) των γνώσεων που πρέπει να κατέχει κάποιος για να μπορέσει να ασχοληθεί με έναν ειδικότερο γνωστικό τομέα· (πρβ. γενική παιδεία, βασική εκπαίδευση, βασικές σπουδές).

[λόγ. < ελνστ. ἐγκύκλιος (παιδεία), αρχ. σημ.: `στρογγυλός΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go