Παράλληλη αναζήτηση
| 12 εγγραφές [1 - 10] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
- γραμματο- [γramato] & γραμματό- [γramató], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις με αναφορά: 1α. στα γράμματα του αλφαβήτου: ~ποίκιλτος, ~σύμπλεγμα. β. στα γράμματα, στις σπουδές, στη μάθηση: ~διδασκαλείο, ~διδάσκαλος. γ. στο σύνολο των γραπτών μνημείων ενός λαού: ~λογία, ~λογικός. 2. στις ταχυδρομικές επιστολές, στα γράμματα: ~θήκη, ~κιβώτιο, ~κομιστής, γραμματόσημο. 3. στα γραμματόσημα: ~συλλέκτης, ο φιλοτελιστής.
[λόγ.: 1: αρχ. γραμματο- < θ. γραμματ- του ουσ. γράμμα -ο- ως α' συνθ.: αρχ. γραμματο-κύφων `που αναδιφεί τα αρχεία΄, ελνστ. γραμματο-διδάσκαλος (δες λ.)· 2: γραμματ- (γράμμα)II -ο-· 3: σύντμ. του γραμ ματό(σημο)]
- γραμματοδιδάσκαλος ο [γramatoδiδáskalos] Ο19 : (παρωχ.) ο δάσκαλος.
[λόγ. < ελνστ. γραμματοδιδάσκαλος `ιδιοκτήτης σχολείου΄]
- γραμματοκιβώτιο το [γramatokivótio] Ο40 : α. ειδικό, συνήθ. μεταλλικό, κουτί αναρτημένο σε διάφορα σημεία της πόλης ή έξω από το ταχυδρομείο, στο οποίο ρίχνουμε επιστολές ή έντυπα που θέλουμε να ταχυδρομήσουμε. β. αντίστοιχο κουτί στην είσοδο των σπιτιών, στο οποίο ο ταχυδρόμος ρίχνει τις επιστολές που απευθύνονται στους ενοίκους.
[λόγ. γραμματο-2 + κιβώτιον μτφρδ. γαλλ. boîte aux lettres ή γερμ. Briefkasten]
- γραμματοκομιστής ο [γramatokomistís] Ο7 : (παρωχ.) πρόσωπο που μετέφερε και παρέδιδε προσωπικά σε κπ. ένα γράμμα.
[λόγ. < ελνστ. γραμματοκομιστής]
- γραμματοκομιστής ο.
-
- Ταχυδρόμος:
- πολλούς γραμματοκομιστάς ο Λεοντάρης απέστειλε προς τον βασιλέα (Ψευδο-Σφρ. 2527).
[μτγν. ουσ. γραμματοκομιστής (DGE· βλ. και LBG)]
- Ταχυδρόμος:
- γραμματολογία η [γramatolojía] Ο25 : 1. ο φιλολογικός κλάδος που μελετά τα λογοτεχνικά κείμενα ή γενικά τα γραπτά μνημεία μιας ορισμένης χρονικής περιόδου στην αλληλουχία και στην εξέλιξή τους· (πρβ. γραμματεία). 2. σύγγραμμα γραμματολογίας.
[λόγ. γραμματο-1γ + -λογία απόδ. γαλλ. littérature]
- γραμματολογικός -ή -ό [γramatolojikós] Ε1 : που ανήκει ή που αναφέρεται στη γραμματολογία.
[λόγ. γραμματολογ(ία) -ικός & σημδ. γαλλ. grammatologique]
- γραμματοσειρά η [γramatosirá] Ο24 : (πληροφ., τυπ.) σύνολο τυπογραφικών στοιχείων (γραμμάτων, αριθμών, σημείων στίξης κτλ.) με κοινά χαρακτηριστικά: Πολυτονική / λατινική ~.
[λόγ. γραμματο-1α + σειρά]
- γραμματόσημο το [γramatósimo] Ο42 : είδος ενσήμου με διάφορες γραφικές παραστάσεις, που εκδίδεται από την ταχυδρομική υπηρεσία και που το κολλούν στο αντικείμενο (γράμμα, δέμα κτλ.) που πρόκειται να ταχυδρομηθεί σε ένδειξη προπληρωμής του ταχυδρομικού τέλους: Συλλογή γραμματοσήμων· (πρβ. φιλοτελισμός). Άλμπουμ γραμματοσήμων. Σφραγισμένο / ασφράγιστο ~. Δόντι* / δοντάκι γραμματοσήμου. Aναμνηστικά γραμματόσημα.
[λόγ. γραμματο-2 + -σημον μτφρδ. γερμ. Brief marke]
- γραμματοσυλλέκτης 1 ο [γramatosiléktis] Ο10 : υπάλληλος του ταχυδρομίου που μαζεύει τις επιστολές από τα γραμματοκιβώτιαα: Εργάζεται ως ~.
[λόγ. γραμματο-2 + συλλέκτης]



