Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: βόλτο
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
βόλτο το.
  • Καμάρα:
    • είχε γένει η τούρη έως σαράντα τέσσαρα βόλτα (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 104v).

[<ιταλ. volto. Η λ. και σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βολτόμετρο το [voltómetro] Ο40 : όργανο που χρησιμοποιείται στη μέτρηση της διαφοράς δυναμικού του ηλεκτρικού ρεύματος: Hλεκτρονικό / ηλεκτροστατικό ~.

[λόγ. βολτ -ο- + μέτρον < γαλλ. voltmètre (δες στο βολτάμετρο)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες