Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: βάσει
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βάσει [vási] επίρρ. : με βάση: ~ διατάγματος η περιοχή χαρακτηρίστηκε ως αρχαιολογικός χώρος. Ενεργεί ~ σχεδίου.

[λόγ. < δοτ. βάσει του αρχ. βάσις σημδ. γαλλ. sur la base de]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go