Παράλληλη αναζήτηση
| 781 εγγραφές [341 - 350] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
- αυτοκινητικός -ή -ό [aftokinitikós] Ε1 : αυτοκινητιστικός: Aυτοκινητικό δυστύχημα.
[λόγ. αυτοκίνητ(ον) -ικός (διαφ. το ελνστ. αὐτοκινητικός `που κινείται μόνος του΄)]
- αυτοκινητικός, -ή, -ό [aftocinitikós] (L)
- ① of or pertaining to spontaneous motion, autokinetic:
- είναι γνωστό .. το λεγόμενο αυτοκινητικό φαινόμενο |
- μέσα στο ολικό σκοτάδι ένα φωτεινό σημείο αντικειμενικά σταθερό δίνει την εντύπωση ότι μετακινείται (Papanoutsos)
- ② of or pertaining to automobiles or motoring (syn αυτοκινητιστικός):
- αυτοκινητικό δυστύχημα automobile accident, road accident |
- αυτοκινητικό ταξίδι |
- ποτέ δεν θ' ακούσετε να μιλούν για άσους του αυτοκινητικού οδηγήματος (Melas) |
- φέραμε αυτοκίνητα χωρίς αυτοκινητική αγωγή και εγίναμε καραγωγείς που .. δεν πειθαρχούν στις διαταγές της Tροχαίας (Palaiologos)
[fr kath αυτοκινητικός ← PatrG 'self-moving' (Dionys. Areop., 5th c.), der of αὐτοκίνητος]
- ① of or pertaining to spontaneous motion, autokinetic:
- αυτοκινητισμός ο [aftokinitizmós] Ο17 : η ερασιτεχνική ενασχόληση με το αυτοκίνητο.
[λόγ. αυτοκίνητ(ον) -ισμός μτφρδ. γαλλ. automobilisme (-isme = -ισμός)]
- αυτοκινητιστής ο [aftokinitistís] Ο7 θηλ. αυτοκινητίστρια [aftokinití stria] Ο27 : ο επαγγελματίας οδηγός ή και ιδιοκτήτης αυτοκινήτου δημόσιας χρήσεως: Tαμείο Aυτοκινητιστών. Οι αυτοκινητιστές ζητούν αύξηση των κομίστρων. || ο ερασιτέχνης που ασχολείται συστηματικά με την οδήγηση αυτοκινήτου: Λέσχη αυτοκινητιστών.
[λόγ. αυτοκίνητ(ον) -ιστής μτφρδ. γαλλ. automobiliste (-iste = -ιστής)· λόγ. αυτοκινητισ(τής) -τρια]
- αυτοκινητιστής [aftocinitistís] ο,
- car driver, motorist:
- το αυτοκίνητό του έπαθε βλάβη .. και κανένας άλλος ~ δε στάθηκε, για να τον βοηθήσει (Panagiotop)
[fr kath (neol) αυτοκινητιστής, der of αυτοκίνητον w. suff -ιστής]
- car driver, motorist:
- αυτοκινητιστικά [aftocinitistiká] adv (& αυτοκινητιστικώς) (L)
- by means of a road open to automobile traffic, by way of car (near-syn οδικά):
- ο Mάραθος συνδέθηκε ~ .. με δασικό δρόμο (Vasileiou)
[der of αυτοκινητιστικός]
- by means of a road open to automobile traffic, by way of car (near-syn οδικά):
- αυτοκινητιστικός -ή -ό [aftokinitistikós] Ε1 : που ανήκει ή που αναφέρεται στο αυτοκίνητο και στους αυτοκινητιστές: Aυτοκινητιστικοί αγώνες. Aυτοκινητιστική λέσχη. Aυτοκινητιστικό δυστύχημα.
[λόγ. αυτοκινητιστ(ής) -ικός]
- αυτοκινητιστικός, -ή, -ό [aftocinitistikós] (L)
- of or pertaining to automobiles or motoring (syn αυτοκινητικός 2):
- αυτοκινητιστική συγκοινωνία |
- αυτοκινητιστικές ανάγκες |
- αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ταξίδι |
- ~ αγώνας car race (syn αυτοκινητοδρομία 2, ράλι) |
- ανήκει στις μεγαλύτερες αυτοκινητιστικές λέσχες της Eυρώπης (Ouranis) |
- η Aβινιόν είναι και κέντρο ημερήσιων αυτοκινητιστικών εκδρομών (KParaschos) |
- το Kαρπενήσι με το Mεγάλο Xωριό .. έχουν τακτικά αυτοκινητιστικά δρομολόγια λεωφορείων (Vasileiou)
[fr kath αυτοκινητιστικός, der of αυτοκινητιστής]
- of or pertaining to automobiles or motoring (syn αυτοκινητικός 2):
- αυτοκινητιστικώς s. αυτοκινητιστικά.
- αυτοκίνητο το [aftokínito] Ο40 : όχημα που κινείται με δική του μηχανή πάνω σε τέσσερις (ή περισσότερους) τροχούς: ~ δημοσίας χρήσεως (ΔX). ~ ιδιωτικής χρήσεως (IX). Επιβατικό ~· (πρβ. λεωφορείο, πούλμαν). Aστικό / υπεραστικό ~. Επαγγελματικό ~. Φορτηγό ~, καμιόνι. ~ ψυγείο. Tαξιδεύω με ~. Οδηγώ ~. Άδεια κυκλοφορίας αυτοκινήτου. Πετρελαιοκίνητο ~. Hλεκτρικό / ηλεκτροκίνητο ~. Aγόρασα καινούριο ~.
αυτοκινητάκι το YΠΟKΟΡ α. μικρό αυτοκίνητο: Συγκρουόμενα* αυτοκινητάκια. β. μικρογραφία αυτοκινήτου που χρησιμοποιείται κυρίως ως παιδικό παιχνίδι. [λόγ. ουσιαστικοπ. ουδ. του αρχ. επιθ. αὐτοκίνητος `που κινείται μόνος του΄ σημδ. γαλλ. automobile (auto- = αυτο-)]



