Παράλληλη αναζήτηση
| 781 εγγραφές [281 - 290] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Γεωργακά]
- αυτοκαθαρμός [aftokaθarmós] ο, (L) = αυτοκαθαρισμός 1
- :
- τόσο μεγαλύτερος ο πυρετός και σοβαρότερα όλα τα συμπτώματα, όσο μεγαλύτερη η ανάγκη του αυτοκαθαρμού (Katsigra)
- ① = αυτοκαθαρισμός 2:
- δεν τόλμησε να βγει απ' τη θεωρία του αστικού αυτοκαθαρμού της εποχής του (Athanasiadis-N) |
- ενεργώντας από ένα αίσθημα αυτοκαθαρμού .. του ανακοινώνει ότι θα τον επιχορηγεί πάντοτε (Skouloudis)
[fr kath (neol) αυτοκαθαρμός, cpd w. καθαρμός]
[Λεξικό Γεωργακά]
- αυτοκάθαρση [aftokáθarsi] η, (L)
- ① = αυτοκαθαρισμός ο 1:
- ~ του ποταμού
- ② = αυτοκαθαρισμός ο 2:
- αυτή την εσωτερική ~ .. η Aσία δεν την γνωρίζει, γιατί δεν γνωρίζει την εσωτερική πάλη (Theodorakop) [fr kath αυτοκάθαρσις ← PatrG (Greg. of Nazianz, origines
[spurious work]), cpd w. κάθαρσις]
- ① = αυτοκαθαρισμός ο 1:
[Λεξικό Γεωργακά]
- αυτοκαθορίζω [aftokaθorízo] aor subj αυτοκαθορίσω, (L)
- determine by or for o.s.:
- το πολύ μικρό παιδί δεν μπορεί ακόμη ν' αυτοκαθορίσει την κατεύθυνση της συμπεριφοράς του (Despotop)
[fr kath (neol) αυτοκαθορίζω, cpd w. καθορίζω]
- determine by or for o.s.:
[Λεξικό Γεωργακά]
- αυτοκαθορισμός [aftokaθorizmós] ο, (L)
- ① process of determining or deciding sth by or for o.s., self-determination (ant ετεροκαθορισμός):
- ηθικός ~ |
- ~ της βούλησης |
- ο ~ έχει μεγαλύτερο βάρος από την αλλότρια καθοδήγηση (Papanoutsos) |
- το βρέφος δεν έχει αυτοκαθορισμό της ζωής του, δεν καθορίζει με τον ίδιο το λογισμό του .. τι πρέπει να πράξει ή να παραλείψει (Despotop)
- ② polit ability or right to choose one's own political status or form of government, self-determination (syn αυτοδιάθεση):
- ο πολιτικός ~ των Bιετναμέζων
[fr kath (neol) αυτοκαθαρισμός, cpd w. καθορισμός]
- ① process of determining or deciding sth by or for o.s., self-determination (ant ετεροκαθορισμός):
[Λεξικό Γεωργακά]
- αυτοκαθοριστικός, -ή, -ό [aftokaθoristikós] (L)
- capable of self-determination, self-determining:
- αντιμετωπίζει .. το βασικό αυτό ηθικό πρόβλημα, το σύστοιχο με την αυτοκαθοριστική ενέργεια της ελευθερίας του (Despotop)
[fr kath (neol) αυτοκαθοριστικός, cpd w. καθοριστικός]
- capable of self-determination, self-determining:
[Λεξικό Γεωργακά]
- αυτοκακολογούμαι [aftokakoloγúme] αυτοκακολογείται, (L)
- speak ill of o.s., slander o.s.:
- βρίσκουν μια σαδιστική ευχαρίστηση ν' αυτοκακολογούνται, να λένε στον ξένο ότι σ' αυτούς τίποτα δε λειτουργεί καλά (Ouranis)
[cpd w. κακολογούμαι]
- speak ill of o.s., slander o.s.:
[Λεξικό Κριαρά]
- αυτοκάλεστος, επίθ.
-
- Αυτόκλητος:
- αφίκετο αυτοκάλεστος (Δούκ. 5123).
[<αυτο‑ + καλώ. H λ. στο LBG]
- Αυτόκλητος:
[Λεξικό Γεωργακά]
- αυτοκάλεστος, -η, -ο [aftokálestos]
- having invited o.s., self-invited (syn L αυτόκλητος):
- δώδεκα νέοι αυτοκάλεστοι .. εβαστούσαν διαδεχόμενοι την πολυστέναχτη τιμή το φέρετρο (Polylas) |
- poem .. αυτοκάλεστες | τριγύρα από τα χέρια σου πετάνε | οι δύσκολες στιγμές της ζωής (Sikel)
[fr postmed αυτοκάλεστος (D. Gouzelis, 1807; A. Koraὁs) ← MG (Doukas), cpd w. καλεστός (: καλώ)]
- having invited o.s., self-invited (syn L αυτόκλητος):
[Λεξικό Γεωργακά]
- αυτοκαλλιέργεια [aftokaliéryia] η, (L)
- ① agric cultivation performed by the owner himself:
- η εκμετάλλευση των συκεώνων ασκείται στη Mεσσηνία με ~
- ② fig training or development of one's mind or capacities through one's own efforts, self-culture, self-development (near-syn αυτομόρφωση):
- αισθάνεται την εθνική απογοήτευση σαν μια παρόρμηση .. στην ~, στην εσωτερική κατεργασία (Chourmouzios) |
- η ~ αυτή πραγματοποιείται μόνο με την ενδοσκόπησή μας (Panagiotop) |
- την τεχνική της [λογοτεχνίας] τη σπουδάζει καθένας μόνος του με αναγνώσεις, με ~ (Thrylos) [fr kath (neol |
- Koumanoudis
[1889]) αυτοκαλλιέργεια, cpd w. καλλιέργεια]
- ① agric cultivation performed by the owner himself:
[Λεξικό Γεωργακά]
- αυτοκαλλιεργούμαι [aftokalierγúme] αυτοκαλλιεργείται, aor subj αυτοκαλλιεργηθώ, (L)
- ① develop or expand without external interference, grow by o.s.:
- η ζήτηση αυτοκαλλιεργείται· όσο πιο πολλά ζητούνται, τόσο πιο πολλά παράγονται (PSolomos)
- ② develop one's mind or capacities through one's own efforts:
- δεν είχε ποτέ καιρό .. να επεξεργαστεί το ύφος του, να αυτοκαλλιεργηθεί (Chatzinis) [fr kath (neol |
- Koumanoudis
[1893]) αυτοκαλλιεργούμαι, cpd w. καλλιεργούμαι]
- ① develop or expand without external interference, grow by o.s.:



