Παράλληλη αναζήτηση
| 2 εγγραφές [1 - 2] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- ατιθάσευτος -η -ο [atiθáseftos] Ε5 : που δεν τον τιθάσευσαν ή που δεν μπορούν να τον τιθασεύσουν· ατίθασος: Aτιθάσευτα ζώα. || (συνήθ. μτφ.): Aτιθάσευτο πάθος, αχαλίνωτο.
[λόγ. < ελνστ. ἀτιθάσευτος]
[Λεξικό Γεωργακά]
- ατιθάσευτος, -η, -ο [atiθáseftos] (L)
- untamable, unmanageable, unsubmissive, wild (syn ατίθασος2, near-syn ανυπότακτος2 2, απειθάρχητος2 3):
- φέρνουν την ψυχή .. σ' ένα δεινόν αγώνα της ατιθάσευτης υποσυνείδητης ουσίας με την πειθαρχημένη και παιδαγωγημένη συνείδηση (Chourmouzios) |
- μετουσιώνει .. το ατιθάσευτο πιδάκισμα της ερωτικής του έμπνευσης (Peranthis)
[fr kath ατιθάσευτος ← ΜG (CGL) ατιθάσευτος ← K ἀτιθάσευτος, cpd w. *τιθασευτός (: τιθασεύω); cf δυστιθάσευτος, ευτιθάσευτος; cf τιθασευτέον (Philo)]
- untamable, unmanageable, unsubmissive, wild (syn ατίθασος2, near-syn ανυπότακτος2 2, απειθάρχητος2 3):



