Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αράδα
8 items total [1 - 8]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αράδα η [aráδa] Ο26 : (λαϊκότρ.) 1. σειρά: α. προσώπων· στοίχος: Mπείτε όλοι στην ~. β. πραγμάτων· γραμμή: Kουτιά τοποθετημένα στην ~. 2. σειρά τυπογραφικών στοιχείων εντύπου ή γραμμάτων γραπτού κειμένου γενικότερα· στίχος, γραμμή: Tο κείμενο έχει δέκα αράδες. Mου έγραψε ένα γράμμα δύο αράδες, σύντομο. || τυπωμένη γραμμή τετραδίου, σημειωματάριου κτλ.: H κάθε σελίδα έχει είκοσι αράδες. 3. σειρά χρονικής διαδοχής, ακολουθίας: Ο καθένας με την ~ του. ΠAΡ Aν είσαι και παπάς*, με την ~ σου θα πας. ΦΡ (για πρόσ. ή πργ.) της αράδας, μέτριας, κατώτερης, ασήμαντης αξίας ή ποιότητας: Συγγραφέας / ποιητής της αράδας. Aγοράζει φορέματα της αράδας· ΣYN ΦΡ της σειράς. 4. (ως επίρρ.) α. (τοπ.) στη σειρά: Φάγαμε καθισμένοι ~. β. (χρον.) συνεχώς, χωρίς διακοπή, εξακολουθητικά: Λέει ψέματα / βλακείες / ανοησίες ~.

[μσν. αράδα < βεν. arada `περιεχόμενο αλωνιού, αλετριά΄]

[Λεξικό Κριαρά]
αράδα η.
  • 1) Σειρά προσώπων, ομάδων ή πραγμάτων:
    • τες αράδες εδιέβηκε (ενν. ο Nέστωρ) (Πόλ. Tρωάδ. 940· Διακρούσ. 768).
  • 2) Σειρά λέξεων:
    • δύο αράδες γράμμα (Eυγ. Γιαννούλη, Eπιστ. 22832).
  • 3) (Στην αιτιατ. επιρρ.) με τη σειρά, στη σειρά:
    • βάλε αράδα τα ψηφιά (Rechenb. 984).

[πιθ. <βεν. arada. H λ. στο Βλάχ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αράδα αράδα [ará∂a ará∂a] adv (& αράδ' αράδα)
  • ① next to each other, in a row, in line (syn in αράδα 1):
    • folkt στάθηκαν και οι τρεις αράδ' ~κ' είπαν στον ήλιο κλ (Megas) |
    • ένα δίχτυ είναι ριγμένο στα ρηχά κ' οι φελλοί του στέκουνται ~~πάνου στο νερό (Myriv) |
    • κανατάκια κρεμασμένα ~ ~ στο ταβάνι (id.) |
    • οι καμινάδες των εργοστασίων κατεβαίνουν ~ ~ ως την παραλία (ChZalokostas) |
    • folks. τρία πουλάκια κάθουνταν, τα τρία ~~(DPetrop) |
    • poem κι ~~ στο γιαλό δεμένα, αποσταμένα, | να σιγοτρίζουν τα φτωχά σκιαθίτικα καΐκια (Porphyras)
  • ⓐ line after line, line by line, in lines (near-syn L στοιχηδόν):
    • φορτωνότανε στη ράχη τους πεθαμένους τους και τους άφηναν έξω από τα νεκροταφεία αράδες αράδες (Myriv) |
    • έπαιρνε ~~την καταγραφή (Prevelakis) |
    • poem άλλα χερόβολα σωριάζουνταν στο χώμα ~~ (Homer Il 18.552 Kaz-Kakr)
  • ② one after another, in turn, consecutively (syn αραδαριά 2, αραδιαστά 2, αραδικώς 1, syn phr με την ~, με τη σειρά):
    • δυo ιδεατές γυναίκες, πότε η μια, πότε η άλλη, αράδ' ~μα και μαζί, συγκυρίαρχες κάθονται μέσα στη φαντασία μου (Palam) |
    • σε διαφορετικούς καιρούς της ζωής μου κι ~ ~ θέλησα να παίξω ρόλο χριστιανού, βουδιστή, πολύθεου (id.) |
    • folks. τρία τουφέκια το 'δωσαν, τα τρί' αράδ' ~| το 'να τον πήρε ξώδερμα και τ' άλλο στο κεφάλι κλ |
    • τρία ποτάμια πέρασε, τα τρία ~~(DPetrop)

[cf postmed (Somavera) αράδ' αράδα]

[Λεξικό Γεωργακά]
αράδα1 [ará∂a] η, poem γυναίκες, αθλητάδες, παιδιών, ηρώων κεφάλια, σε ταχτικές αράδες μες στα μουσεία θωράς (Markoras)
:
  • κ' οι πεθαμένοι μ' ακλουθάνε | σε μιαν ~σκοτεινή (Varnalis)
  • ⓐ phr της αράδας run-of-the-mill, unexceptional, common, ordinary (syn αραδικός, syn phr της σειράς):
    • συγγραφείς, ψάρια της αράδας |
    • εμένα να μου μιλάς προσεγμένα, δεν είμ' άνθρωπος της αράδας (Plaskovitis) |
    • οι κάποτε ωραίες λέξεις πλήρωσαν την ομορφιά τους με το να γίνουν της αράδας, φθαρμένες, δημόσιες (Terzakis) |
    • αυτοί ήτανε βουτηχτάδες της αράδας, που δεν πιάνανε χαρτωσιά μπροστά σε τούτο το ξεφτέρι (Zappas)
  • ⓑ in adv function στην ~in a row, in a series, in line (syn phr στη σειρά):
    • παραγωγή στην ~assembly line production, mass production (syn phr μαζική παραγωγή) |
    • στους τοίχους έβλεπε κανείς κρεμασμένα στην ~λιθογραφικά προτρέτα (Theotokas) |
    • το ίδιο έκανε πολλές μέρες στην ~(KChatzop)
  • ① line of writing (syn γραμμή, σειρά, L στίχος):
    • μισή ώρα είχε ξοδέψει για να γράψει πέντε αράδες (Xenop) |
    • έβγαζε μια εφημερίδα, που την έγραφε ολομόναχος, από την πρώτη ~ως την τελευταία (Melas)
  • ② social class, rank (syn σειρά, L τάξη):
    • η γυναίκα του δεν είναι της αράδας του |
    • folkt σε τι ~είμαστε εμείς και να μας δώσει τη θυγατέρα του; (Megas)
  • ③ opportunity accorded to one in a scheduled or alternating order, turn (syn αραδίτσα, σειρά):
    • prov αν είσαι και παπάς, με την ~σου θα πας you have to wait your turn, even if you are a priest |
    • folkt είπε ο βασιλιάς ένα παραμύθι .. ήρθ' η ~ να πει κι ο ξένος (Loukatos) |
    • όποτε είναι η ~ μου, ως απλός πολίτης φυλάγω κ' εγώ (Makryg) |
    • να παίζεται το κάθε έργο με την ~ του, μια φορά (Palam, adapted) |
    • αφήνεις εσύ να πάρει άλλος ~; (KChatzop) |
    • folks. ποιος έχει ~σήμερα να βγει στο καραούλι; (DPetrop)
  • ⓒ in adv function με την ~one after another, in turn (syn phr αράδα αράδα 2, με τη σειρά):
    • [στην αρχαία Aθήνα] οι πρυτάνεις εκλέγουνταν από κάθε φυλή και επρυτάνευαν με την ~(Demetrieis) |
    • ανασπάστηκε με την ~τα κονίσματα όλα (Vlami) |
    • poem .. τα σπαρτά ποτίζομε καθείς με την ~(Athanas) [fr postmed, MG ~(γράψε μου δυο αράδες [Pap Giessen. 20.23] & Du Cange [15th c.] ποίησον ράδας η΄

[Ms. Gr 2419 Biblioth. Nation., fol 226, copied in the 15th c.]), this fr K οὐράδιον, der of οὐρά 'tail, queue' whence (Pontic) οὐράδιν & (Ikaria, Pontic) ράδι (ουράδ', ουδάρ'), pl τα ράδια τ' αράδια backform. sg το αράδι, thence abstract in -α]

[Λεξικό Γεωργακά]
αράδα2 [ará∂a] adv
  • ① one after another, next to each other, in a row, in line (syn αράδα αράδα 1, αραδαριά 1, αραδιαστά 1, syn phr στην αράδα, στη σειρά):
    • κάθονται, κοιμούνται, περπατούν, στέκουν ~ |
    • καΐκια αραγμένα ~ |
    • καρέκλες βαλμένες ~ |
    • τα παλληκάρια ~ σκύβουν και νιβόντανε (Vlachogiannis) |
    • χαμογελούσε με όλα τα δόντια ~ (Myriv) |
    • οχτώ μερόνυχτα ~ δεν ξεκρίνανε τη μέρα από τη νύχτα (Vlami) |
    • poem στην έρημο απαντήσαμε μια ολόδροση κοιλάδα | μ' ένα ποτάμι ανάμεσα και γύρω ιτιές ~(Athanas)
  • ⓐ phr παίρνω (or γυρίζω) κ. ~go fr one to the next, make the rounds of (syn phr παίρνω αραδαριά, παίρνω με τη σειρά, πηγαίνω από τον ένα στον άλλο):
    • ο γούμενος πήρε ~τα νυχτοβίγλια (Prevelakis) |
    • πήρε ~ τις γειτόνισσες και τους έλεγε τον πόνο του (Tsirkas) |
    • poem .. από την ίδια ώρα επήρ' ~τα χωριά, και αραδιαστά τη χώρα (Palam) |
    • .. με ώρια σκουτιά την ντύνουν | κι ~ στα καλύβια τη γυρνούν κλ (Kazantz Od 22.1189)
  • ② all the time, continuously (syn αραδιαστά 2, αραδικώς 2, συνέχεια, L συνεχώς):
    • δουλεύει, σφάζει, τρώγει ~ |
    • βρέχει ~ |
    • έχανε στα χαρτιά ~ (Spandonidis) |
    • σκοτώναμε και θάβαμε ακρίδες ~ (Valtinos) |
    • λογάριαζε πόσην ώρα ακόμα θα βαστούσαν αυτά τα χέρια να κάνουν ~ εγχειρήσεις (ChZalokostas) |
    • ο κάθε ατζαμής φθάνει να πιάσει ένα καλαμίδι στο χέρι του για ν' ανασύρει ~ τα ψάρια (Bastias) |
    • poem κι ~ να κερνάς κρασί | να πηγαινοέρχεται η μισή (Kranidiotis) |
    • .. μνημούρι λατρεμένου του | τα μοιρολόγια ~ λέει (Skipis)

[fr MG (15th c.) αράδα, der of αράδα αράδα]

[Λεξικό Κριαρά]
αραδαριά η· αραδαρέα, (Πορτολ. Β 3613‑4).
  • Tακτοποίηση σε μια γραμμή· (εδώ) παράταξη (πολεμική):
    • μια ’ραδαριάν τους έκαμεν τους Tούρκους (Παλαμήδ., Bοηβ. 156).

[<ουσ. αράδα + κατάλ. αριά. H λ. και σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αραδαριά1 [ara∂arjá] η,
  • ① row, file, line (syn in αράδα 1):
    • μια ~άνθρωποι |
    • μια ~ φρικτές βλαστήμιες (Pasagiannis)
  • ⓐ pl in adv function in lines, in rows (syn αράδα αράδα 1b):
    • poem ανοίγει η πόρτα του βοριά, κινούν αραδαριές τα δέντρα (Kazantz Od 24.5)
  • ② phr παίρνω ~ go fr one to the next, make the rounds of (syn phr παίρνω αράδα):
    • πήρε ~ τα χωριά τους αρχίζοντας από τα χαμηλότερα (Vlami)

[der of dial αραδαρέα, f of adj αραδάρις -έα -ιν]

[Λεξικό Γεωργακά]
αραδαριά2 [ara∂arjá] adv
  • ① in a row, in line (syn in αράδα 1):
    • κάθονται, περνούν ~ |
    • πλαγιάσαμε στην αυλή του μοναστηριού ~ (Krystallis) |
    • απάνω από τον άγιο τάφο του Λένιν ~ οι επίσημοι (Kazantz) |
    • ~ δεμένοι στα λιμάνια, σαπίζανε τα πλεούμενα (Vlami) |
    • poem .. κυπαρίσσια ~| παλεύοντας με το βοριά | ανίκητα ψηλώνουν (Drosinis) |
    • και να, στον άμμο άμμο ~, σα λαβωμένοι γλάροι, | .. κουρνιάσαν οι συντρόφοι (Kazantz Od 21.970) |
    • μαύρος συρτός μαζώνουνταν του μάκρου, ~ | τα χελιδόνια (Sikel)
  • ② one after another, in turn (syn αράδα αράδα 2, με τη σειρά):
    • στράτεμα και λαός περάσαν ~και προσκυνήσανε τους σκοτωμένους (Prevelakis) |
    • poem .. ξαπλώνει τις χερούκλες, | βουβός, και τις φιλούν ~,καθένας με την τάξη (Kazantz Od 15.995)

[der of αραδαριά1]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go